του Δημήτρη Αναστασόπουλου, νομικού συνεργάτη του προγράμματος Early Warning Europe

Προθεσμία υποβολής 31-12-2019.

Λίγα λόγια για το νέο νόμο.

Μετά τη λήξη του άρθρου 9 του 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) ως προς τη δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας (η προθεσμία ήταν μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019), ο νόμος Κατσέλη συνεχίζει να υφίσταται ως διαδικασία αναδιάρθρωσης και διαγραφής οφειλών, μόνο που όσοι υποβάλλουν αίτηση για υπαγωγή από την 1η Μαρτίου 2019 και μετά, ναι μεν μπορούν να διαγράψουν μέρος ή και σημαντικό μέρος των χρεών τους, δεν δικαιούνται όμως να διασώσουν τη κύρια κατοικία τους.

Υπαγωγή στο νόμο Κατσέλη, για όσους υποβάλλουν αίτηση μετά την 28η Φεβρουαρίου 2019, σημαίνει ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας τους. Όσοι έχουν ήδη καταθέσει αίτηση υπαγωγής στο νόμο Κατσέλη μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019 μπορούν να διασώσουν τη κύρια κατοικία τους με το νομικό πλαίσιο και τις προϋποθέσεις και ίσχυαν μέχρι εκείνη την ημερομηνία.

Το νέο νομικό πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας (ν. 4605/2019) δίνει τη δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας του δανειολήπτη, μέσω υποβολής αιτήσεως σε ηλεκτρονική πλατφόρμα και όχι με δικαστική απόφαση όπως στο νόμο Κατσέλη.

Τα  κριτήρια ένταξης είναι πολύ πιο αυστηρά και οι προϋποθέσεις πολλές. Πρόκειται για ένα νόμο με προσωρινή ισχύ και η τελευταία ημέρα υποβολής της αιτήσεως είναι η 31η Δεκεμβρίου 2019.

Μια βασική διαφορά ανάμεσα στο νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010) και το νέο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας (ν. 4605/2019) είναι ότι δικαίωμα υπαγωγής έχουν όλοι, ανεξαρτήτως ιδιότητας (δηλαδή πτωχευτικής ικανότητας ή μη) και ρυθμίζονται για πρώτη φορά επαγγελματικά δάνεια αρκεί τα δάνεια αυτά να έχουν εξασφάλιση (υποθήκη ή προσημείωση) στη κύρια κατοικία του δανειολήπτη.

Ενώ δηλαδή στο νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010) δεν μπορούσαν να υπαχθούν έμποροι ή πρώην έμποροι που είχαν κάνει παύση πληρωμών, στο νέο πλαίσιο μπορούν να υπαχθούν και αυτοί.

Μια άλλη βασική διαφορά είναι ότι στο νέο πλαίσιο (ν. 4605/2019) υπάρχει όριο ως προς το ύψος των οφειλών που εντάσσονται στη ρύθμιση,  για τις επιχειρηματικές οφειλές το ποσό αυτό είναι οι 100.000 ευρώ ανά πιστωτή ενώ για τις προσωπικές (στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια) οι 130.000 ευρώ ανά πιστωτή.

Επιπλέον, προβλέπεται κούρεμα των οφειλών που εντάσσονται στη ρύθμιση, το οποίο εξαρτάται από την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του δανειολήπτη καθώς και επιδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο μέρους της μηνιαίας δόσης προς τη Τράπεζα κατά ποσοστό που μπορεί να φτάνει μέχρι και το ½ της δόσης αυτής, ανάλογα με το εισόδημα της οικογένειας του δανειολήπτη.

Η διαδικασία γίνεται μέσω υποβολής αιτήσεως σε ηλεκτρονική πλατφόρμα και δεν έχει καθολικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν εντάσσονται όλες οι υποχρεώσεις του νοικοκυριού αλλά αποκλειστικά δάνεια που έχουν εξασφάλιση στη κύρια κατοικία ενώ τα δάνεια αυτά, όπως προαναφέρθηκε,  δεν πρέπει να ξεπερνούν  ένα όριο – υπόλοιπο οφειλής (στεγαστικά – καταναλωτικά δάνεια τις 130.000 ευρώ ανά πιστωτή και επιχειρηματικά δάνεια τις 100.000 ευρώ ανά πιστωτή).

Την ίδια στιγμή πρέπει να υπάρχουν αθροιστικά μια σειρά από άλλες προϋποθέσεις όπως η αξία του συνόλου της περιουσίας της οικογένειας πέραν της κύριας κατοικίας, οι καταθέσεις, η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κλπ.

Δικαίωμα υπαγωγής έχουν όλοι, ανεξαρτήτως πτωχευτικής ή μη ικανότητας. Εντάσσονται δηλαδή έμποροι, πρώην έμποροι, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, συνταξιούχοι, άνεργοι και ελεύθεροι επαγγελματίες. Δεν εντάσσονται εταιρείες, μόνο φυσικά πρόσωπα.

Αίτηση μπορούν να υποβάλλουν και όσοι έχουν ασκήσει αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) και αυτή είναι εκκρεμής σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, χωρίς να έχει συζητηθεί.

Αν οι δανειολήπτες ρυθμίσουν τελικά συναινετικά οποιαδήποτε από τις οφειλές, που είναι επιδεκτικές ρύθμισης κατά τον παρόντα νόμο, τότε η δίκη του ν. 3869/2010 καταργείται.

Σημαντικό, επίσης, είναι να αναφέρουμε ότι δικαίωμα υπαγωγής και ρύθμισης οφειλών άλλων ενοχικά υπόχρεων φυσικών προσώπων, έχουν όσοι είναι τρίτοι κύριοι ακινήτων και έχουν παραχωρήσει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στη δική τους κύρια κατοικία για οφειλές των προσώπων αυτών από οποιαδήποτε αιτία προς πιστωτικά ιδρύματα ή από στεγαστικό δάνειο προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον οι οφειλές αυτές βρίσκονταν σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα ημερών κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018.

Εντάσσονται οφειλές από οποιαδήποτε αιτία (στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια) προς πιστωτικά ιδρύματα (περιλαμβάνονται οι εταιρείες διαχείρισης κόκκινων δανείων και τα πιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση), καθώς και οφειλές από στεγαστικό δάνειο προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον α)  για τις οφειλές αυτές έχει εγγραφεί, πριν την υποβολή της αιτήσεως, υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, και β) οι οφειλές αυτές είναι σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών κατά την 31η Δεκεμβρίου 2019.

Η ρύθμιση δεν είναι καθολική, δηλαδή δεν ρυθμίζονται οι υπόλοιπες υποχρεώσεις του νοικοκυριού όπως χρέη προς το Δημόσιο, τα Ασφαλιστικά Ταμία και τα δάνεια χωρίς εξασφάλιση στη κύρια κατοικία. Αν υπάρχουν τέτοιες οφειλές, οι δανειολήπτες θα πρέπει να τις ρυθμίσουν ξεχωριστά με τις ρυθμίσεις που ισχύουν για το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία ενώ για τις οφειλές προς Τράπεζες που δεν ρυθμίζονται με τον παρόντα νόμο, θα πρέπει να τις ρυθμίσουν εξωδικαστικά ( 1.Κώδικας Δεοντολογίας των Τραπεζών, 2. διαμεσολάβηση,  3. ελεύθερη διαπραγμάτευση)

Τέλος, δεν ρυθμίζονται οφειλές, για τις οποίες υφίσταται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

  1. Το δάνειο πρέπει να είναι σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών κατά την 31-12-2018
  2. Το δάνειο πρέπει να έχει εξασφάλιση στη κύρια κατοικία του δανειολήπτη (υποθήκη ή προσημείωση) που βρίσκεται στην Ελλάδα.

Σημείωση:  Ως «κύρια κατοικία» νοείται αυτή που προκύπτει από την τελευταία υποβληθείσα φορολογική δήλωση του αιτούντος.

  1. Το υπόλοιπο της οφειλής να μην υπερβαίνει τις 130.000 ευρώ ανά πιστωτή ή τις 100.000 ευρώ ανά πιστωτή αν στις οφειλές που αιτείται η ρύθμιση τους περιλαμβάνονται και επιχειρηματικά δάνεια. Στα ως άνω ποσά συμπεριλαμβάνονται κεφάλαιο, λογιστικοποιημένοι τόκοι και έξοδα εκτέλεσης.
  2. Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας να μην υπερβαίνει τις 250.000 ευρώ και τις 175.000 ευρώ αν στις οφειλές που αιτείται η ρύθμιση τους περιλαμβάνονται και επιχειρηματικά δάνεια.
  3. Το οικογενειακό εισόδημα να μην υπερβαίνει τις 12.500 ευρώ με προσαύξηση κατά 8.500 ευρώ για τον σύζυγο και κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι 3 μέλη.

 

Σημείωση:

Ως «οικογενειακό εισόδημα» νοείται το άθροισμα των εισοδημάτων του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών, μειωμένο κατά τους αναλογούντες φόρους, την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 και το τέλος επιτηδεύματος του άρθρου 31του ν. 3986/2011 (Α` 152). Στο «οικογενειακό εισόδημα» συμπεριλαμβάνονται και τα αφορολόγητα, καθώς και τα αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά.

  1. Αν το σύνολο των οφειλών που αιτείται η ρύθμισή τους υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ τότε η ακίνητη περιουσία του αιτούντα, του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών να μην ξεπερνά τα 80.000 ευρώ (μαζί με τα μεταφορικά μέσα του αιτούντα και του συζύγου).
  2. Οι καταθέσεις, πολύτιμα μέταλλα, νομίσματα κλπ να μην υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ.
  3. Να μην έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του νόμου Κατσέλη που απορρίπτει λόγω δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής ή λόγω ύπαρξης επαρκούς περιουσίας του αιτούντος ή που δέχθηκε την αίτηση, ακόμα κι αν ο οφειλέτης εξέπεσε από την ρύθμιση του 3869/2010.

Αν εκδόθηκε τέτοια απόφαση (δόλος ή ύπαρξη επαρκούς περιουσίας), ο δανειολήπτης μπορεί να ασκήσει την αίτηση για υπαγωγή στο νέο νόμο (ν. ….) μόνο αν πριν την άσκηση της αίτησής του η απόφαση εξαφανίστηκε ή αναιρέθηκε ύστερα από παραδοχή ένδικου μέσου.

Αν όμως η αίτηση του νόμου Κατσέλη απορριφθεί για άλλο λόγο, όπως αοριστία ή λόγω πτωχευτικής ικανότητας, τότε ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα να υποβάλλει την αίτηση για υπαγωγή στο νέο νόμο.

Μέσω της ρύθμισης προστατεύεται η κύρια κατοικία και κουρεύεται η οφειλή ανάλογα με την εμπορική αξία της κατοικίας ενώ επιδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο μέρος της μηνιαίας δόσης.

Ειδικότερα, για την προστασία της κύριας κατοικίας, ο δανειολήπτης θα καταβάλλει το εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%) της εμπορικής της αξίας σε μηνιαίες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το Euribor τριμήνου προσαυξημένο κατά δύο τοις εκατό (2%).

Το ποσό πάνω από την  αξία αυτή διαγράφεται. Εννοείται ότι αν η οφειλή είναι χαμηλότερη από το 120% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας ο δανειολήπτης θα πληρώσει ολόκληρη την οφειλή του και όχι κάτι παραπάνω από το ανωτέρω προβλεπόμενο επιτόκιο Euribor + 2% .

Το ανωτέρω ποσό της ρύθμισης καταβάλλεται σε χρονικό διάστημα 25 ετών, το οποίο όμως δεν πρέπει να υπερβαίνει το 80ο έτος της ηλικίας του δανειολήπτη, εκτός εάν συμβληθεί εγγυητής, αποδοχής των πιστωτών, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης.

Η διαδικασία, διεξάγεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, η οποία φιλοξενείται και λειτουργεί στις υποδομές της Γ.Γ.Π.Σ. Στην πλατφόρμα παρέχεται πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.

Πριν την οριστική υποβολή της αίτησης, η πλατφόρμα, με ειδική ένδειξη, ενημερώνει τον αιτούντα για την επιλεξιμότητά του ή μη, αν δηλαδή μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση. Αν, παρά την ένδειξη για μη επιλεξιμότητα, ο αιτών υποβάλει οριστικά την αίτησή του, η πλατφόρμα εμποδίζει την περαιτέρω πρόοδο της διαδικασίας και εκδίδεται βεβαίωση περί απόρριψης της αίτησης.

Στη περίπτωση δε που η αίτηση απορριφθεί δίνεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να προσφύγει στο Δικαστήριο (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου).

Σημειώνεται ότι η εκπροσώπηση του αιτούντα ή κάθε συμμετέχοντος πιστωτή από δικηγόρο είναι προαιρετική.

ΣΤΑΔΙΑ -ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Α.  Ο δανειολήπτης μπορεί να υποβάλλει την αίτηση έως την 31η Δεκεμβρίου 2019.

Σημείωση: Απαγορεύεται η υποβολή δεύτερης αίτησης από το ίδιο φυσικό πρόσωπο, ακόμα κι αν με τη δεύτερη αίτηση ζητείται ρύθμιση διαφορετικών οφειλών σε σχέση με την πρώτη ή αν ο αιτών εξέπεσε της ρύθμισης που προέκυψε από την προηγούμενη αίτηση.

Αν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα της αίτησης, τα οποία δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, μπορεί η αίτηση να διαγραφεί και ταυτόχρονα να επανυποβληθεί.

 Β. Μόλις υποβληθεί οριστικά η αίτηση, η πλατφόρμα κοινοποιεί την αίτηση και τα συνοδευτικά της έγγραφα στους πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις ζητείται να ρυθμιστούν.

Γ.  Μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση της αίτησης κάθε πιστωτής μπορεί να υποβάλλει πρόταση για ρύθμιση της απαίτησής του. Αν ο πιστωτής αρνηθεί την υποβολή πρότασης, ισχυριζόμενος ότι ο αιτών είναι μη επιλέξιμος, προσδιορίζει τον λόγο της μη επιλεξιμότητας και μεταφορτώνει το σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, αν αυτό υπάρχει.

Οι πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων, μπορούν να διατυπώσουν προς τον οφειλέτη μία κοινή πρόταση ή τις επιμέρους προτάσεις τους μέσω εκπροσώπου τους. Ως εκπρόσωπος ορίζεται ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος δανειστής, ο οποίος προηγείται στην υποθηκική τάξη, και σε κάθε άλλη περίπτωση ο δανειστής με την υψηλότερη απαίτηση.

Δ.  Μέσα σε έναν μήνα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προτάσεων των πιστωτών, ο αιτών δηλώνει ποιες από τις υποβληθείσες προτάσεις αποδέχεται και ποιες απορρίπτει. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, λογίζεται ότι ο αιτών απέρριψε την υποβληθείσα πρόταση ή τις υποβληθείσες προτάσεις. Η αποδοχή της πρότασης από τον αιτούντα επέχει θέση ηλεκτρονικής υπογραφής του αναρτηθέντος σχεδίου σύμβασης.

Με την αποδοχή μίας ή περισσότερων προτάσεων επέρχονται οι συνέπειες της ρύθμισης (δες «συνέπειες ρύθμισης) ως προς τους ρυθμισμένους πιστωτές, ανεξάρτητα από τη μη ρύθμιση των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών.

Σημείωση: Με επιμέλεια οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον η πρόταση ρύθμισης του πιστωτή, που έγινε αποδεκτή από τον αιτούντα, μεταγράφεται στο βιβλίο μεταγραφών ή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο της κύριας κατοικίας του αιτούντος.

  1. Η αίτηση περιέχει:

α) Πλήρη στοιχεία του αιτούντος (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, διεύθυνση οικίας και εργασίας, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης, Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας, αν είναι επιτηδευματίας, τηλέφωνο, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).

β) Στοιχεία του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών του.

γ) Εισοδήματα του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του από οποιαδήποτε πηγή και αιτία.

δ) Κατάλογο των πιστωτών, με ληξιπρόθεσμες ή μη απαιτήσεις, για τις οποίες έχει εγγραφεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, την ημερομηνία, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής, και τους συνοφειλέτες που ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή.

ε) Κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων (ακίνητη περιουσία και καταθέσεις αιτούντα, συζύγου και εξαρτώμενων μελών), στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.

στ) Πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο), που είναι εγγεγραμμένα στην κύρια κατοικία του αιτούντος.

ζ) Κατάλογο των πιστωτών με οφειλές ανεπίδεκτες ρύθμισης, έκαστος των οποίων έχει απαίτηση ανώτερη των 2.000 ευρώ.

η) Δήλωση του αιτούντος, ότι: αα) δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση, που απέρριψε αίτησή του κατά το άρθρο 4 του ν. 3869/2010 λόγω δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμής ή λόγω ύπαρξης επαρκούς περιουσίας ή που εξαίρεσε την κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, ββ) οι οφειλές, των οποίων ζητεί τη ρύθμιση, δεν έχουν ρυθμιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 99 επ. του ν. 3588/2007, τα άρθρα 61 έως 67 του ν. 4307/2014 ή το ν. 4469/2017, ούτε υπάρχει εκκρεμής αίτηση ρύθμισής τους κατά τις διατάξεις αυτές.

  1. Η αίτηση συνυπογράφεται από το σύζυγο και τα εξαρτώμενα μέλη του αιτούντος ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Ο αιτών συνοδεύει υποχρεωτικά την αίτησή του με τα παρακάτω δικαιολογητικά:

α) πιστοποιητικό βαρών της κύριας κατοικίας από το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου αυτής,

β) αν ο οφειλέτης ή ο σύζυγός του είναι κύριος ή επικαρπωτής γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού, για το οποίο δεν προσδιορίζεται αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α., συμπληρωμένο έντυπο υπολογισμού αξίας γηπέδου, υπογεγραμμένο από συμβολαιογράφο.

Ο αιτών μπορεί επίσης να συνοδεύει την αίτησή του με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στοιχείο ή πληροφορία, τα οποία θεωρεί σημαντικά για την επιτυχία της διαδικασίας.

  1. Κατά την υποβολή της αίτησης ανακτώνται αυτόματα από τη βάση δεδομένων της Φορολογικής Διοίκησης:

α) δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1),

β) κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3) του τελευταίου έτους,

γ) δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9),

δ) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους,

ε) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) του τελευταίου φορολογικού έτους,

στ) κινητά περιουσιακά στοιχεία (αυτοκίνητα, αεροσκάφη, πλοία, σκάφη) του αιτούντος, που αναφέρονται στο έντυπο Ε1 του τελευταίου φορολογικού έτους.

Τα έγγραφα της παρούσας παραγράφου αντλούνται αυτόματα εκκινώντας από την τελευταία διαθέσιμη έκδοσή τους, εφόσον δεν έχει παρέλθει η αντίστοιχη προθεσμία υποβολής τους βάσει της κείμενης νομοθεσίας. Μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων προθεσμιών η αυτόματη άντληση των εγγράφων, εκκινεί από την τελευταία έκδοση για την οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής.

  1. Κατά την υποβολή της αίτησης ανακτώνται αυτόματα από τα πιστωτικά ιδρύματα:

α) στοιχεία αναφορικά με τις απαιτήσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίες είναι επιδεκτικές ρύθμισης, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, την ημερομηνία, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής, και τους συνοφειλέτες που ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή,

β) στοιχεία αναφορικά με καταθέσεις και χρηματοπιστωτικά προϊόντα του τηρούνται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθώς και την εκτιμώμενη αξία τους,

γ) τα στοιχεία βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων επί των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος που βρίσκονται στη διάθεσή τους.

Αν τα δικαιολογητικά των παραγράφων 4 και 5 δεν ανακτηθούν αυτόματα από τις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων για οποιονδήποτε λόγο, τότε υποβάλλονται από τον αιτούντα.

  1. Άρση φορολογικού και Τραπεζικού απορρήτου

Με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία, ο αιτών παρέχει άδεια στους συμμετέχοντες πιστωτές και στο Δημόσιο για πρόσβαση, επεξεργασία και διασταύρωση των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή των συμμετεχόντων πιστωτών για τους σκοπούς της συνολικής διαδικασίας. Η άδεια του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α` 270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α` 170). Η άρση του τραπεζικού απορρήτου του προηγούμενου εδαφίου αφορά χρονική περίοδο, η οποία εκκινεί πέντε (5) έτη πριν από την οριστική υποβολή της αίτησης και διαρκεί μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει ο αιτών με τη συναινετική ή δικαστική ρύθμιση. Η άρση του φορολογικού απορρήτου κατά το δεύτερο εδάφιο αφορά χρονική περίοδο, η οποία εκκινεί πέντε (5) έτη πριν από την οριστική υποβολή της αίτησης και διαρκεί μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας συναινετικής ρύθμισης ή την αμετάκλητη περάτωση της δίκης για την δικαστική ρύθμιση της οφειλής (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου»). Έναντι του Δημοσίου η άρση του απορρήτου εκτείνεται σε όλη τη χρονική διάρκεια της ρύθμισης.

  1. Από την κοινοποίηση της αίτησης προς τους πιστωτές, αφού προηγουμένως οφειλέτης έχει κριθεί επιλέξιμος κατά τον προέλεγχο επιλεξιμότητας, και μέχρι τη λήξη της προθεσμίας των 15 εργασίμων ημερών για την άσκηση αίτησης στο δικαστήριο για τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου»), αναστέλλεται αυτοδικαίως κάθε πλειστηριασμός της κύριας κατοικίας του αιτούντος. Η αναστολή της παρούσας παραγράφου αντιτάσσεται στο σύνολο των πιστωτών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Έναντι των πιστωτών, που δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση, η αναστολή της παρούσας παραγράφου αρχίζει να ισχύει από τη μεταγραφή ή την καταχώριση της αίτησης στο κτηματολογικό φύλλο της κύριας κατοικίας.
  2. Ο δικαστής του πρωτοβάθμιου ή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση για δικαστική ρύθμιση (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου») , μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα, να εκδώσει υπέρ του αιτούντος, που κρίθηκε επιλέξιμος, αλλά για οποιονδήποτε λόγο δεν ρύθμισε συναινετικά μία ή περισσότερες οφειλές του, προσωρινή διαταγή, με την οποία παρατείνεται η αναστολή της παραγράφου 1 μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Η προσωρινή διαταγή της παρούσας παραγράφου εκδίδεται εφόσον πιθανολογείται ότι η αίτηση είναι βάσιμη, καθώς και ότι, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης η κύρια κατοικία του αιτούντος θα έχει πλειστηριαστεί.

Αν ο πιστωτής παρέλειψε να υποβάλει πρόταση, χωρίς να επικαλεστεί μη επιλεξιμότητα του αιτούντα, η προσωρινή διαταγή χορηγείται υπό τον όρο καταβολής του ημίσεος της τελευταίας ενήμερης δόσης πριν την άσκηση της αίτησης για τη συναινετική ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.

Αν ο αιτών δεν αποδέχτηκε την πρόταση του πιστωτή, η προσωρινή διαταγή χορηγείται υπό τον όρο καταβολής της μηνιαίας δόσης που όριζε η απορριφθείσα πρόταση. Αν το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής περιέχεται σε εμπρόθεσμη αίτηση για δικαστική ρύθμιση (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου») , τότε μέχρι τη συζήτησή του η αναστολή της παραγράφου 1 παρατείνεται αυτοδικαίως. Το δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει την προσωρινή διαταγή οποτεδήποτε. Εάν ο αιτών καταστεί υπερήμερος ως προς τις μηνιαίες καταβολές που ορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, τότε η προσωρινή διαταγή καθίσταται ανίσχυρη για το μέλλον και ο δανειστής ανακτά το δικαίωμα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση.

  1. Ο αιτών που κρίθηκε μη επιλέξιμος μπορεί να αναστείλει τον πλειστηριασμό της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το άρθρο 1000 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζεται.
  2. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου συνεπάγεται αυτοδίκαια την απαγόρευση της διάθεσης ή της επιβάρυνσης της κύριας κατοικίας του αιτούντος.
  3. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει την επιβολή αναγκαστικής εκτέλεσης ή ασφαλιστικών μέτρων στην κύρια κατοικία του αιτούντος, αρκεί να μην πραγματοποιηθεί πλειστηριασμός, ούτε τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή ασφαλιστικών μέτρων στην υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη, ούτε την άσκηση αγωγής ή την έκδοση διαταγής πληρωμής για τις απαιτήσεις, των οποίων ζητείται η ρύθμιση.

Η πρόταση ρύθμισης του πιστωτή, που έγινε αποδεκτή από τον δανειολήπτη αποτελεί εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση στη λοιπή περιουσία του αιτούντα πλην της κύριας κατοικίας του, καθώς και στην κύρια κατοικία, αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης (δες «πότε χάνεται η ρύθμιση»). Ο ενδιαφερόμενος πιστωτής δικαιούται να καταθέσει αντίγραφο της γενόμενης αποδεκτής ρύθμισης στο Ειρηνοδικείο της κατοικίας του αιτούντος. Ο εκτελεστήριος τύπος δίνεται από τον ειρηνοδίκη του τόπου της προστατευόμενης κύριας κατοικίας.

Συνέπειες ρύθμισης

  1. Μετά την επίτευξη συναινετικής ή δικαστικής ρύθμισης με τουλάχιστον έναν πιστωτή, δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πιστωτή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης στην κύρια κατοικία του αιτούντος, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επ` αυτής, η εγγραφή υποθήκης ή η τροπή προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη.
  2. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1 δεν ισχύουν για τους πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις ήταν επιδεκτικές ρύθμισης, τελικά όμως, για οποιοδήποτε λόγο, δεν ρυθμίστηκαν, συναινετικά ή δικαστικά. Στις περιπτώσεις αυτές όλοι οι πιστωτές, ακόμη και όσοι ρύθμισαν τις απαιτήσεις τους, μπορούν να αναγγελθούν για το σύνολο των απαιτήσεών τους.
  3. Μη επιδεκτικοί ρύθμισης πιστωτές του ιδιωτικού τομέα μπορούν να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση μόνο μετά από άδεια, που χορηγείται από το Ειρηνοδικείο του τόπου της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η άδεια χορηγείται μόνο αν η υπόλοιπη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του συνόλου των πιστωτών, εκτός εάν ο πιστωτής έχει εμπράγματη ασφάλεια στην κύρια κατοικία, που εγγράφηκε πριν την υποβολή της αίτησης. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει παροχή προθεσμίας έως δύο ετών, στην οποία καταβάλλει σε ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις το ποσό που θα λάμβανε ο αιτών πιστωτής σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, ο πιστωτής μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, μόνο αν ο οφειλέτης καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολή του ποσού αυτού.
  4. Με τη συναίνεση του αιτούντος, μπορεί να εγγραφεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκη για απαίτηση που γεννιέται κατά τη διάρκεια της ρύθμισης. Για τον πιστωτή αυτό δεν ισχύουν οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1.
  5. Αν ο αιτών αποβιώσει πριν την ολοκλήρωση της ρύθμισης, τότε η ρύθμιση διακόπτεται, εκτός αν συμβλήθηκε εγγυητής. Αν ο κληρονόμος χρησιμοποιεί την κληρονομιαία κύρια κατοικία ως δική του κύρια κατοικία και πληροί τα ίδια κριτήρια επιλεξιμότητας του νόμου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της ρύθμισης και την εκ νέου χορήγηση της συνεισφοράς του Δημοσίου, ακόμα και μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά την 31η Δεκεμβρίου 2019.

Η πρόταση ρύθμισης του πιστωτή, που έγινε αποδεκτή από τον αιτούντα αποτελεί εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση στη λοιπή περιουσία του αιτούντα πλην της κύριας κατοικίας του, καθώς και στην κύρια κατοικία, αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης.

Αν ο δανειολήπτης καταστεί υπερήμερος ως προς τις μηνιαίες καταβολές της συναινετικής ή της δικαστικής ρύθμισης, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, ο θιγόμενος πιστωτής δικαιούται, με εκτελεστό τίτλο τη συναινετική ρύθμιση ή την απόφαση της δικαστικής ρύθμισης, να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση ακόμη και στην κύρια κατοικία του αιτούντα. Κατά παρέκκλιση της παρ. 1 του άρθρου 926 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το χρονικό διάστημα, που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της κατάσχεσης, ανέρχεται σε τριάντα (30) ημερολογιακές μέρες. Κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επισπεύδεται κατά το παρόν άρθρο, επιτρέπονται όλα τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται κατά την κείμενη νομοθεσία.

Το Ελληνικό Δημόσιο συνεισφέρει μέρος της μηνιαίας δόσης προς τις Τράπεζες ανάλογα με το εισόδημα της οικογένειας και τον αριθμό των εξαρτώμενων μελών.

Για να συνεισφέρει το Δημόσιο, πρέπει να ρυθμιστούν, συναινετικά ή δικαστικά, όλες οι οφειλές που είναι επιδεκτικές ρύθμισης και το συμφωνηθέν σχέδιο ρύθμισης να είναι σύμφωνο με τους όρους προστασίας της κύριας κατοικίας.

Η συνεισφορά του Δημοσίου διαρκεί για όσο χρόνο διαρκεί η ρύθμιση.

Οι προϋποθέσεις και το ποσό της συνεισφοράς του Δημοσίου επανεξετάζονται αυτεπαγγέλτως κάθε έτος. Ο δικαιούχος μπορεί μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τον αρχικό προσδιορισμό ή την τελευταία αναπροσαρμογή της συνεισφοράς να ζητήσει μεταρρύθμιση του ποσοστού συνεισφοράς, αν εξαιτίας μεταβολής των εισοδημάτων του, των εύλογων δαπανών διαβίωσης ή του επιτοκίου αναφοράς, προκύπτει αδυναμία του να καταβάλει τη δική του συνεισφορά.

Η συνεισφορά καταβάλλεται σε ειδικό ακατάσχετο λογαριασμό με δικαιούχο τον οφειλέτη.

Η συνεισφορά του Δημοσίου δεν κατάσχεται ούτε συμψηφίζεται.

Η συνεισφορά του Δημοσίου διακόπτεται, αν ο δικαιούχος καθυστερήσει την καταβολή του ποσού που βαρύνει τον ίδιο. Αν ο δικαιούχος δεν καταβάλει εγκαίρως το ποσό που βαρύνει τον ίδιο, ο θιγόμενος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει, εγγράφως ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα από τότε που ο αιτών καταστεί υπερήμερος (αθροιστικά 3 μήνες καθυστέρηση), το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τη συνεισφορά του Δημοσίου. Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου και ασκηθούν από τον πιστωτή τα δικαιώματα του άρθρου 80, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στο Δημόσιο με τον νόμιμο τόκο της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α` 170) τα ποσά που αυτό κατέβαλε από το χρόνο κατά τον οποίο ο πιστωτής όφειλε να είχε ενημερώσει το Δημόσιο.

Καθυστέρηση του Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του αιτούντα, μόνο εφόσον το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση υπερβαίνει αθροιστικά την αξία εννέα (9) μηνιαίων δόσεων συνεισφοράς και ο πιστωτής έχει ενημερώσει τον οφειλέτη ως προς την υπερημερία του Δημοσίου το αργότερο έως τον έκτο μήνα υπερημερίας.

Αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης ως προς οποιονδήποτε πιστωτή, το Ελληνικό Δημόσιο αναζητά από τον οφειλέτη όλα τα ποσά που κατέβαλε κατά το παρόν άρθρο.

 

Σημείωση: Για την έγκριση και καταβολή της συνεισφοράς δεν απαιτείται φορολογική ή ασφαλιστική ενημερότητα του οφειλέτη.

Η   συνεισφορά   του   Δημοσίου   που   καταβάλλεται   σε   ειδικό δεσμευμένο   και   ακατάσχετο   λογαριασμό   με   δικαιούχο   τον οφειλέτη, ορίζεται ως ακολούθως:

α. Για μονοπρόσωπο νοικοκυριό με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 3.125,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλλη περίπτωση δανείου.

ββ) από 3.125,01 € έως 6.250,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 6.250,01 € έως 9.375,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 9.375,01 € έως 12.500,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

β. Για μονογονεϊκή οικογένεια με ένα εξαρτώμενο μέλος και με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 4.375,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλλη περίπτωση δανείου.

ββ) από 4.375,01 € έως 8.750,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 8.750,01 € έως 13.125,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 13.125,01 € έως 17.500,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γ. Για μονογονεϊκή οικογένεια με δύο εξαρτώμενα μέλη και με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 5.625,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλληπερίπτωση δανείου.

ββ) από 5.625,01 € έως 11.250,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 11.250,01 € έως 16.875,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 16.875,01 € έως 22.500,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δ. Για μονογονεϊκή οικογένεια με τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα μέλη και με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 6.875,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλλη περίπτωση δανείου.

ββ) από 6.875,01 € έως 13.750,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 13.750,01 € έως 20.625,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 20.625,01 € έως 27.500,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

ε. Για πολυπρόσωπο νοικοκυριό χωρίς εξαρτώμενα μέλη και με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 5.250,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλλη περίπτωση δανείου.

ββ) από 5.250,01 € έως 10.500,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 10.500,01 € έως 15.750 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 15.750,01 € έως 21.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

στ. Για πολυπρόσωπο νοικοκυριό με ένα εξαρτώμενο μέλος και με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 6.500,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλλη περίπτωση δανείου.

ββ) από 6.500,01 € έως 13.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 13.000,01 € έως 19.500,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 19.500,01 € έως 26.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

ζ. Για πολυπρόσωπο νοικοκυριό με δύο εξαρτώμενα μέλη και με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 7.750,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλλη περίπτωση δανείου.

ββ) από 7.750,01 € έως 15.550,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 15.550,01 € έως 23.250,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 23.250,01 € έως 31.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

η. Για πολυπρόσωπο νοικοκυριό με τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα μέλη και με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα:

αα) από 0 € έως 9.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης   για   επιχειρηματικά   δάνεια   και   στο   50%   σε   κάθε   άλλη περίπτωση δανείου.

ββ) από 9.000,01 € έως 18.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 40% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

γγ) από 18.000,01 € έως 27.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 30% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

δδ) από 27.000,01 € έως 36.000,00 €, ισούται με το 30 % της μηνιαίας δόσης για επιχειρηματικά δάνεια και στο 20% σε κάθε άλλη περίπτωση δανείου.

  1. Αν απορριφθεί η αίτηση που υπέβαλε οριστικά, ο δανειολήπτης μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την προστασία της κύριας κατοικίας του με τους ίδιους όρους που προβλέπονται στη ρύθμιση μέσω της πλατφόρμας, αν δεν κρίθηκε επιλέξιμος ή αν, ενώ κρίθηκε επιλέξιμος, για οποιονδήποτε λόγο δεν επιτεύχθηκε συμφωνία με έναν ή περισσότερους από τους πιστωτές.
  2. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο του τόπου, στο οποίο βρίσκεται η κύρια κατοικία του αιτούντος.
  3. Το δικαστήριο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται κατ` απόλυτη προτεραιότητα μέσα σε έξι μήνες από την κατάθεσή της, ακόμα και καθ` υπέρβαση του προβλεπόμενου αριθμού οριζόμενων υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως αυτός καθορίζεται από τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Ειρηνοδικείου. Η απόφαση εκδίδεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη συζήτηση.
  4. Η αίτηση της παραγράφου 1 ασκείται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την έκδοση βεβαίωσης περί απόρριψης της αίτησης ή την παράλειψη ή άρνηση να υποβάλλουν πρόταση ή την απόρριψη της τελευταίας πρότασης πιστωτή από τον αιτούντα.

Στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δεν συνυπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου.

  1. Η αίτηση στρέφεται κατά των πιστωτών, με τους οποίους δεν επιτεύχθηκε συναινετική ρύθμιση.
  2. Με την αίτηση ο αιτών συνυποβάλλει στη γραμματεία του αρμόδιου Ειρηνοδικείου εκτυπωμένο όλο το υλικό που μεταφορτώθηκε στην πλατφόρμα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης της επιλεξιμότητας και της συναινετικής ρύθμισης.
  3. Η αίτηση μεταφορτώνεται, επί ποινή απαραδέκτου, μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την κατάθεσή της, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, μέσω της οποίας κοινοποιείται στους συμμετέχοντες πιστωτές. Η κοινοποίηση του προηγούμενου εδαφίου επέχει θέση επίδοσης στους πιστωτές. Αν μεταξύ των διαδίκων πιστωτών περιλαμβάνονται ιδιώτες, οι οποίοι δεν έχουν κοινοποιήσει στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο αιτών επιδίδει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση αντίγραφο της αίτησης σε αυτούς και μεταφορτώνει στην πλατφόρμα το αποδεικτικό επίδοσης.
  1. Το δικαστήριο καθορίζει ενιαίο σχέδιο ρύθμισης έναντι των πιστωτών, κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση. Από το ποσό του 120% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας αφαιρείται το συνολικό ποσό, που καταβλήθηκε σε συμμόρφωση προς την προσωρινή διαταγή. Η απόφαση δεν θίγει τις ρυθμίσεις που επιτεύχθηκαν συναινετικά.

Αν το δικαστήριο κρίνει τον αιτούντα ως μη επιλέξιμο, απορρίπτει την αίτηση και επιβάλλει την ποινή του άρθρου 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία στην περίπτωση αυτή ισούται με το πέντε τοις εκατό (5%) της συνολικής οφειλής, της οποίας ζητήθηκε η ρύθμιση, δεν μπορεί όμως να είναι κατώτερη των 1.500 ευρώ ούτε να υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ.

  1. Η απόφαση συνιστά τίτλο εκτελεστό ως προς τις καταβολές που ορίζει, δυνάμει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση στη λοιπή περιουσία του αιτούντος πλην της κύριας κατοικίας του, καθώς και στην κύρια κατοικία, αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης.
  2. Με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου η απόφαση μεταφορτώνεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα. Με επιμέλεια οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον η απόφαση μεταγράφεται στο βιβλίο μεταγραφών ή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο της κύριας κατοικίας του αιτούντος.

Το νέο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας είναι σίγουρα ωφέλιμο για όσους έχουν μικρές οφειλές και μόνο μια κατοικία. Εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που αναλύθηκαν ανωτέρω τότε σίγουρα η επιδότηση της μηνιαίας δόσης από το Ελληνικό Δημόσιο και η διαγραφή του χρέους από το ποσό που ξεπερνά το 120 % της εμπορικής αξίας της κατοικίας του δανειολήπτη και πάνω είναι τα δύο βασικά κίνητρα για να υπαχθεί κάποιος στη ρύθμιση.

Όσοι όμως έχουν περιουσία η οποία είναι σημαντικής αξίας ενδεχομένως να πρέπει να επιλέξουν την εξωδικαστική ρύθμιση απευθείας με τις τράπεζες αφού είναι ο μόνος τρόπος να διασώσουν το σύνολο της περιουσίας τους και να αποφύγουν τη μακροχρόνια δέσμευση μέσω της διαδικασίας της επανεξέτασης ετησίως των οικονομικών τους δεδομένων αλλά και τον κίνδυνο ρευστοποίησης της υπόλοιπης περιουσίας τους.

Αν κάποιος ήθελε να κωδικοποιήσει τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στην εξωδικαστική ρύθμιση και τη ρύθμιση του νέου πλαισίου προστασίας της κύριας κατοικίας θα σημείωνε τα εξής;

  • Με την εξωδικαστική ρύθμιση μπορείς να σώσεις όλη την ακίνητη περιουσία
  • Με την πλατφόρμα μόνο την κύρια κατοικία
  • Και στις δύο ρυθμίσεις πληρώνεις συνολικά περίπου την εμπορική αξία του ακινήτου (120% στη πλατφόρμα)
  • Στην εξωδικαστική ρύθμιση, εφόσον χάσεις τη ρύθμιση, μπορείς να αμυνθείς δικαστικά, στην πλατφόρμα όχι.
  • Στην εξωδικαστική ρύθμιση δεν προβλέπεται επιδότηση της μηνιαίας δόσης όπως στη πλατφόρμα
  • Στη πλατφόρμα γίνεται άρση φορολογικού και τραπεζικού απορρήτου
  • Η προθεσμία υποβολής αίτησης στη πλατφόρμα είναι μέχρι το τέλος του 2019
  • Στη πλατφόρμα δεν υπάρχει καθολική ρύθμιση, το ίδιο και στην εξωδικαστική
  • Η πλατφόρμα είναι σίγουρα επωφελής για νοικοκυριά με μικρές οφειλές και χαμηλά εισοδήματα

–          όσοι έχουν κόκκινο δάνειο από τις αρχές του 2019 και μετά, πρέπει το δάνειο να είναι ληξιπρόθεσμο για τουλάχιστον 90 ημέρες μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018.

–          Όσοι έχουν σταματήσει να πληρώνουν τα δάνειά τους εδώ και καιρό αφού το όριο των 130.000 για στεγαστικά και 100.000 για επιχειρηματικά συμπεριλαμβάνει τόκους και έξοδα.

–          Δεν ρυθμίζονται δάνεια με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου.

–          Όσοι έχουν απορριφθεί από το νόμο Κατσέλη λόγω δολιότητας, ή λόγω επαρκούς περιουσίας, όσοι έχουν υπαχθεί και όσοι έχουν υπαχθεί αλλά εκπέσει της ρύθμισης.

–          Επίσης, δεν ρυθμίζονται δάνεια που έχουν ρυθμιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 99 επ. του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) τα άρθρα 61 έως 67 του ν. 4307/2014  (νόμος Δένδια) ή το 4469/2017 (εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων), ούτε υπάρχει εκκρεμής αίτηση ρύθμισης τους κατά τις διατάξεις αυτές.


Απαλλακτική ρήτρα – Αποποίηση Ευθυνών

Οι πληροφορίες που διατίθενται στον ΟΔΙΚΟ ΧΑΡΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ αποτελούν μια προσφορά υπηρεσίας και δεν αντικαθιστούν την παροχή συμβουλών σε προσωπικό επίπεδο. Η περιήγηση, η πρόσβαση ή η χρήση της συγκεκριμένης ιστοσελίδας και των όποιων υπηρεσιών διατίθενται μέσω αυτής αποτελεί τεκμήριο ότι έχετε μελετήσει, κατανοήσει και αποδεχτεί όλους τους όρους χρήσης. Για το λόγο αυτό καλείστε να διαβάζετε εκ των προτέρων, προσεκτικά, το περιεχόμενό τους. Σε περίπτωση που δεν συμφωνείτε με τους όρους χρήσης της ιστοσελίδας, οφείλετε να μην κάνετε χρήση των υπηρεσιών και του περιεχομένου αυτής. Το περιεχόμενο του παρόντα Ιστότοπου είναι διαθέσιμο στο κοινό, μόνο για πληροφοριακούς σκοπούς και προσπαθούμε να το διατηρούμε ενημερωμένο. Παρά την επισταμένη προσπάθεια για προσεκτική παράθεση των διαθέσιμων πληροφοριών, δεν αναλαμβάνουμε καμία ευθύνη και δεν εγγυόμαστε για την ορθότητα, την πληρότητα και την επικαιρότητα των πληροφοριών που παρατίθενται στην ιστοσελίδα μας. Το Περιεχόμενο παρέχεται αποκλειστικά για πληροφοριακούς σκοπούς. Το Περιεχόμενο δεν σας παρέχει συμβουλές ή συστάσεις οποιουδήποτε είδους και δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο συμβουλών που παρέχονται από εξειδικευμένο επαγγελματία. Επίσης, κανένα σημείο του παρόντος ιστοτόπου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν βάση για οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργειά σας. Τυχόν αξιώσεις ευθύνης, κάθε είδους, έναντι του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου σχετικά με ζημιές υλικής ή ηθικής φύσεως που προκαλούνται από τη χρήση ή την μη χρήση των διατιθέμενων πληροφοριών, ή αντίστοιχα από τη χρήση ανακριβών ή ελλιπών πληροφοριών, εφόσον από πλευράς του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου δεν υπάρχει αποδεδειγμένα πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών δεν ευθύνεται για οποιουδήποτε είδους ζημιές που θα μπορούσαν να προκύψουν από την πρόσβαση ή τη χρήση αυτού του δικτυακού τόπου. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση δεν φέρουμε ευθύνη για τυχόν απαιτήσεις νομικής ή αστικής ή/και ποινικής φύσης ούτε για τυχόν ζημία (θετική, ειδική ή αποθετική η οποία ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, διαζευκτικά ή/και σωρευτικά συνίσταται σε απώλεια κερδών, δεδομένων, διαφυγόντα κέρδη, χρηματική ικανοποίηση κ.λ.π.) από χρήστες της ιστοσελίδας ή τρίτους από αιτία που έχει σχέση με τη λειτουργία ή χρήση του παρόντος διαδικτυακού τόπου.

Σε περίπτωση που τμήματα ή επιμέρους διατυπώσεις αυτού του κειμένου δεν είναι, ή δεν είναι πλέον, ή δεν είναι πλήρως ορθές νομικά σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τα λοιπά μέρη του κειμένου παραμένουν ανέπαφα όσον αφορά στο περιεχόμενο και στην εγκυρότητά τους. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών διατηρεί ρητώς το δικαίωμα να αλλάξει, να συμπληρώσει, να σβήσει ή να απενεργοποιήσει προσωρινά ή μόνιμα, τμήματα ή το σύνολο της ιστοσελίδας του, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση.

Η πρόσβαση και η χρήση αυτής της ιστοσελίδας υπόκειται αποκλειστικά στο δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας.