Οι μικρέμποροι είναι έμποροι μικρής κλίμακας. Παρόλο που διενεργούν εμπορικές πράξεις δεν αποκτούν την εμπορική ιδιότητα γιατί η εργασία τους είναι περιορισμένης σημασίας και τα κεφάλαια που έχουν διαθέσει είναι ασήμαντα. Στη πραγματικότητα είναι περισσότερο «βιοπαλαιστές» παρά έμποροι.

Είναι οι περιπτώσεις εκείνες που δεν υφίσταται το στοιχείο της κερδοσκοπίας και της ριψοκίνδυνης διαμεσολάβησης. Κυριαρχεί το στοιχείο της προσωπικής εργασίας και το κέρδος τους είναι αποτέλεσμα του σωματικού τους κόπου. Μάλιστα, σε περίπτωση αποτυχίας τους, είναι εύκολο να στραφούν σε άλλη εργασία.

Τα σημαντικότερα κριτήρια για να θεωρηθεί κάποιος μικρέμπορος είναι ενδεικτικά το μικρό κέρδος και ο τζίρος, η έλλειψη εξοπλισμού, εγκατάστασης, κεφαλαίου, επένδυσης, υποδομής, προσωπικού, η έλλειψη οργάνωσης κλπ.

Στις περιπτώσεις που πληρούνται κάποια από τα παραπάνω κριτήρια, το πρόσωπο χαρακτηρίζεται ως μικρέμπορος. Όμως, η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και κρίνεται αυτοτελώς.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα μικρεμπόρων είναι ο τεχνίτης, ο πλανόδιος οπωροπώλης, ο επιδιορθωτής σκευών, ο περιπτερούχος, ο μικρός βιοτέχνης, η μοδίστρα, ο κομμωτής, ο υπαίθριος μικροπωλητής σε πάγκους, αγορές και πανηγύρια, ο γυρολόγος, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, ο φανοποιός, ο ψιλικατζής, η διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων, ο κατασκευαστής και συντηρητής πορτών, σιδηροκατασκευών και αλουμινίων, ο ξυλουργός, ο διατηρών ατομική επιχείρηση κατασκευής και τοποθέτησης κουζινών, ο βιβλιοπώλης, ο ηλεκτρολόγος, ο υδραυλικός, ο ιδιοκτήτης ταξί που το οδηγεί ο ίδιος χωρίς να έχει προσλάβει προσωπικό, ο ιδιοκτήτης συνεργείου καθαρισμού χωρίς προσωπικό.

Τι επιλογές ρύθμισης υπάρχουν

Προκειμένου να ρυθμίσει ένας μικρέμπορος τις υποχρεώσεις του μπορεί να αξιολογήσει τις κάτωθι επιλογές:

Με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών θεσπίστηκαν οι γενικές αρχές συμπεριφοράς μεταξύ δανειολήπτη και Τράπεζας, προκειμένου να διακανονίζονται δάνεια που βρίσκονται σε καθυστέρηση αλλά δεν έχουν καταγγελθεί.

Κάθε ίδρυμα σύμφωνα με τον Κώδικα υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους του ν. 4224/2013.

Βασική υποχρέωση αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του Κώδικα, πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης.

Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των 60 ημερολογιακών ημερών.

Ποια είναι η διαδικασία;  

Εφαρμόζονται τα ακόλουθα πέντε στάδια:

Στάδιο 1: Επικοινωνία με τον δανειολήπτη

Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη

Στάδιο 3: Αξιολόγηση οικονομικών δεδομένων

Στάδιο 4: Πρόταση κατάλληλης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης

Στάδιο 5: Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων

Αυτά τα πέντε στάδια αφορούν τον λεγόμενο συνεργάσιμο δανειολήπτη, δηλαδή αυτόν ο οποίος πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας προβαίνει σε ορισμό συγγενικού ή φιλικού προσώπου, ως αντικλήτου επικοινωνίας για κάθε περίπτωση που ο ίδιος δεν είναι διαθέσιμος,

β) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, με κάθε πρόσφορο τρόπο, εντός 15 εργάσιμων ημερών,

γ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της

δ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του (π.χ. πλήρωση προϋποθέσεων λήψης επιδόματος, εμφάνιση νέων περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στην κυριότητα του [κληρονομιά κ.λπ.], απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοινώσεις απόλυσης, καταγγελίες μισθώσεων, εξαγορά ασφαλιστικών προϊόντων, κέρδη οποιασδήποτε μορφής κ.λπ.) και

ε) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης,

Ποιοι είναι βασικοί τύποι ρύθμισης που προβλέπονται;

Προβλέπονται 3 βασικοί τύποι ρύθμισης :

 

Τύποι βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων

Η διάρκεια τους είναι μικρότερη των 5 ετών και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Καταβολή μόνο των τόκων.
  • Μειωμένες δόσεις για ορισμένη περίοδο.
  • Περίοδο χάριτος .
  • Μεταφορά πληρωμής δόσεων για το μέλλον.
  • Τακτοποίηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.

Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων

Η διάρκεια τους είναι μεγαλύτερη των 5 ετών και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Μόνιμη μείωση επιτοκίου ή του συμβατικού περιθωρίου.
  • Αλλαγή Τύπου επιτοκίου, από κυμαινόμενο σε σταθερό ή το αντίστροφο
  • Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου.
  • Διαχωρισμός του δανείου σε δύο τμήματα (πχ ένα ενυπόθηκο δάνειο το οποίο θα συνεχίσει θα πληρώνεται κανονικά το μισό  και το υπόλοιπο να μεταφέρεται για το μέλλον, με ρευστοποίηση περιουσιακού στοιχείου ή άλλου είδους διευθέτηση).
  • Μερική διαγραφή χρεών.
  • Πρόσθετη εξασφάλιση για να επιτευχθεί ευνοϊκότερη ρύθμιση.
  • Λειτουργική αναδιάρθρωση της επιχείρησης με αλλαγή της διοίκησης όταν οι πιστωτές θεωρούν βιώσιμη την επιχείρηση.
  • Συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο όπου η Τράπεζα καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης.

Τύποι οριστικής διευθέτησης

Ο σκοπός είναι η οριστική τακτοποίηση της οφειλής και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Εθελοντική παράδοση Ενυπόθηκου ακινήτου (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου).
  • Μετατροπή σε Χρηματοδοτική Μίσθωση (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου υπογράφοντας σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, με δυνατότητα μίσθωσης και χρήσης για ορισμένη χρονική περίοδο).
  • Πώληση και ενοικίαση (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου με δυνατότητα μίσθωσης για ελάχιστη περίοδο τριών ετών).
  • Μεταβίβαση του δανείου σε άλλο ίδρυμα.
  • Ανταλλαγή με στεγαστικό δάνειο μικρότερης αξίας για αγορά κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης μικρότερης αξίας.

Για κάθε κατηγορία δανειολήπτη και εγγυητή, αξιολογούνται ενδεικτικά, στοιχεία όπως η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητα του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών.

Αν, ειδικότερα, ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής αποτελεί επιχείρηση, επιπροσθέτως αξιολογούνται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της επιχείρησης, στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο ή σχέδιο.

Το ίδρυμα, καθ’ όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με το δανειολήπτη προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητα του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση. Επιπροσθέτως, το ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση).

Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως «κατάλληλη λύση» θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΤτΕ έχει θέσει με την ΠΕΕ 42/30.5.2014 στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για το σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης.

Ο Κώδικας αναφέρει ότι το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να ολοκληρώνει τα πέντε παραπάνω στάδια του κώδικα πριν προβεί σε καταγγελία της οικείας τραπεζικής σύμβασης και να εκκινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.

Συμπερασματικά, η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών προβλέπει έναν υποχρεωτικό τρόπο εξωδικαστικής απόπειρας ρύθμισης των τραπεζικών δανείων προκειμένου οι τράπεζες να μην προχωρούν καταχρηστικά στη καταγγελία τους και να δίνεται στον δανειολήπτη μια ευκαιρία ρύθμισης των δανείων του με οριοθετημένη διαδικασία και κάποιες γενικές αρχές που οφείλουν να τηρούν οι τράπεζες αλλά και ο ίδιος ο δανειολήπτης.

Επομένως είναι προς το συμφέρον των δανειοληπτών, αν λάβουν την εν λόγω επιστολή από τη Τράπεζα να ανταποκριθούν εντός της τασσόμενης προθεσμίας και να τηρούν οι ίδιοι αρχείο με όλα τα σχετικά έγγραφα και τις επιστολές που θα ανταλλάξουν με τη Τράπεζα.

Αν τελικά το δάνειο δεν ρυθμιστεί, ο μόνος τρόπος να αποδείξουν σε ένα μελλοντικό δικαστήριο ότι η Τράπεζα δεν ακολούθησε τη διαδικασία σωστά ή ότι καταχρηστικά κατήγγειλε το δάνειό τους προκειμένου να αμυνθούν και να ανακόψουν τα μέτρα εκτέλεσης που θα ακολουθήσει η Τράπεζα, είναι να προσκομίσουν, εκτός άλλων, και τα παραπάνω έγγραφα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μετά τη λήξη του άρθρου 9 του 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) ως προς τη δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας (η προθεσμία ήταν μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019), ο νόμος Κατσέλη συνεχίζει να υφίσταται ως διαδικασία αναδιάρθρωσης και διαγραφής οφειλών, μόνο που όσοι υποβάλλουν αίτηση για υπαγωγή από την 1η Μαρτίου 2019 και μετά, ναι μεν μπορούν να διαγράψουν μέρος ή και σημαντικό μέρος των χρεών τους, δεν δικαιούνται όμως να διασώσουν τη κύρια κατοικία τους.

Υπαγωγή στο νόμο Κατσέλη, για όσους υποβάλλουν αίτηση μετά την 28η Φεβρουαρίου 2019, σημαίνει ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας τους. Όσοι έχουν ήδη καταθέσει αίτηση υπαγωγής στο νόμο Κατσέλη μέχρι και την 28η Φεβρουαρίου 2019 μπορούν να διασώσουν τη κύρια κατοικία τους με το νομικό πλαίσιο και τις προϋποθέσεις και ίσχυαν μέχρι εκείνη την ημερομηνία και όπως αναλύονται παρακάτω.

Τα παρακάτω ισχύουν για όσους έχουν υποβάλει αίτηση στο Ειρηνοδικείο έως την 28η Φεβρουαρίου 2019. Όσοι υποβάλλουν αίτηση μετά την ημερομηνία αυτή, μπορούν να υπαχθούν στο νόμο Κατσέλη χωρίς τη δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας τους. Επίσης οι παρακάτω προϋποθέσεις αναφορικά με το εισόδημα και την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας ισχύουν μόνο για όσους ζητούν τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους και έχουν καταθέσει αίτηση στο Ειρηνοδικείο μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019.

Τι επιτυγχάνεται μέσω της υπαγωγής στο Νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010)

Ο νόμος Κατσέλη δίνει τη δυνατότητα διάσωσης της πρώτης κατοικίας και καθολικής ρύθμισης των οφειλών των νοικοκυριών ανάλογα με το μηνιαίο εισόδημα της οικογένειας και την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας.

Ποιοι υπάγονται στις ρυθμίσεις του Νόμου;

Υπάγονται όλα τα φυσικά πρόσωπα και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, με εξαίρεση τους εμπόρους.

Ειδικότερα υπάγονται οι απασχολούμενοι σε σχέση εξαρτημένης εργασίας (π.χ. ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι), οι νοικοκυρές, οι εισοδηματίες, οι άνεργοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, εφόσον αυτοί δεν χαρακτηρίζονται έμποροι.
Υπάγονται τέλος όσοι ήταν έμποροι στο παρελθόν, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους.

Ποια χρέη αφορά;

Υπάγεται κάθε χρέος από οπουδήποτε και αν προέρχεται. Τα χρέη που δεν υπάγονται διακρίνονται σε τρείς κατηγορίες:

Πρώτη κατηγορία: Χρέη που αναλήφθηκαν από τον οφειλέτη το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο. Δεν θεωρούνται αναλήψεις οφειλών οι ρυθμίσεις των δανείων.

Δεύτερη κατηγορία: Χρέη που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο. (για παράδειγμα δικαστική απόφαση για αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης).

Τρίτη κατηγορία: Διοικητικά πρόστιμα (Τροχαία, Εφορία κλπ), χρηματικές ποινές (Ποινικά Δικαστήρια), φόροι και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εισφορές σε Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ι.Κ.Α, Τ.Ε.Β.Ε., Ο.Γ.Α. κ.λπ. )

Για τις αιτήσεις που κατατέθηκαν μετά τις 14/8/2015 υπάγονται πλέον οι:

  1. Βεβαιωμένες οφειλές προς την Φορολογική διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας (ΚΦΔ), Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων ( ΚΕΔΕ) και τον Τελωνειακό Κώδικα.
  2. Βεβαιωμένες οφειλές προς οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) α΄ και β΄ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών.
  3. Ασφαλιστικές εισφορές προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.

ΠΡΟΣΟΧΗ : Υποχρεωτικά οι οφειλές αυτές δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών . Πρέπει να υπάρχει στη ρύθμιση τουλάχιστον ένας ιδιώτης.

Πότε οι οφειλέτες μπορούν να υπαχθούν σε ρύθμιση;

Όταν έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών χωρίς δόλο.

Ποια είναι η διαδικασία για την υπαγωγή στον Νόμο;

  1. Κατάθεση αίτησης στο Ειρηνοδικείο με όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και τις υπεύθυνες δηλώσεις
  2. Με την παραλαβή της αιτήσεως και των εγγράφων η γραμματεία προβαίνει εντός δύο ημερών σε τυπικό έλεγχο αυτής και ανοίγεται φάκελος στο όνομα του οφειλέτη.
  3. Εφόσον δεν διαπιστώθηκε κάποια έλλειψη τότε προσδιορίζεται η συζήτηση της αιτήσεως υποχρεωτικώς εντός 6 μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατάθεσης.

Εάν διαπιστώθηκε κάποια έλλειψη τότε πρέπει να γίνει η συμπλήρωση εντός 15 ημερών από τη λήψη σχετικής πρόσκλησης, με την δυνατότητα παράτασης μέχρι δύο μηνών, άλλως η αίτηση τίθεται στο αρχείο.

  1. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται εντός δύο μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης και μέχρι την συζήτηση της απαγορεύεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη.
  2. Η επίδοση της αίτησης γίνεται εντός 15 ημερών από την ολοκλήρωση της αίτησης στους πιστωτές και τους εγγυητές.
  3. Συζήτηση του προδικαστικού συμβιβασμού.
  4. Συζήτηση της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο για την υπαγωγή στη ρύθμιση.

Τι κάνω από την κατάθεση της αίτησης;  Πληρώνω τα δάνεια μου;

Ο νόμος θέτει στον δανειολήπτη την υποχρέωση να καταβάλλει προς τους πιστωτές του ποσό ίσο με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης των δανείων του έως την ημέρα επικύρωσης του προδικαστικού συμβιβασμού ή έκδοσης προσωρινής διαταγής. Εφόσον βέβαια κάποιος είναι άνεργος αυτό σημαίνει πως δεν δύναται να καταβάλλει κανένα ποσό. Η περιουσία του σε κάθε περίπτωση, εφόσον έχει γίνει δεκτό το αίτημα της προσωρινής διαταγής για την προστασία της κατοικίας του, δεν κινδυνεύει.

Τι θα γίνει στο Δικαστήριο;

Η διαδικασία είναι συνήθως σύντομη και εξετάζονται συγκεκριμένα πράγματα. Το βασικό είναι να προκύπτει η ανυπαίτια αδυναμία του οφειλέτη και τα περιουσιακά στοιχεία με τις εμπορικές τους αξίες προκειμένου να κρίνει ο δικαστής τι δύναται και οφείλει να αποπληρώσει ο οφειλέτης. Σίγουρα όλη η δουλειά έχει γίνει με την σύνταξη του δικογράφου που περιέχει πλήθος πληροφοριών που θα βοηθήσουν τον δικαστή να έχει μια σαφή εικόνα για την συγκεκριμένη υπόθεση. Η απόφαση δεν δημοσιεύεται εκείνη την στιγμή αλλά συνήθως τουλάχιστον μετά από τέσσερις μήνες από την ημερομηνία δικασίμου.

Τι θα πρέπει να πληρώσω τελικά όταν βγει η απόφαση για να διασώσω την κατοικία μου και να απαλλαγώ από το υπόλοιπο των οφειλών μου;

Εξαρτάται πάντα από την περίπτωση και τις ειδικότερες περιστάσεις. Καμία υπόθεση δεν είναι ίδια με την άλλη. Υπάρχει όμως ένα γενικό πλαίσιο που μπορούμε να πιθανολογήσουμε τι θα κρίνει στο Δικαστήριο. Αυτό εξαρτάται από το ύψος του δανεισμού, την εμπορική αξία της κατοικίας του δανειολήπτη και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία. Για τις αιτήσεις που κατατίθενται μετά την 1/1/2016 υπάρχουν εισοδηματικά και φορολογικά κριτήρια προκειμένου να διασωθεί η κύρια κατοικία.

Ειδικότερα, το μηνιαίο εισόδημά του δανειολήπτη δεν πρέπει να ξεπερνά συνολικά:  α) για άγαμο τις 1.159,4 ευρώ, β) για ζευγάρι τις 1972 ευρώ, γ) για ζευγάρι με ένα παιδί τις 2448 ευρώ και δ) για ζευγάρι με δύο παιδιά τις 2924 ευρώ και η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του δεν υπερβαίνει ομοίως μια ελάχιστη αξία ( α) για τον άγαμο τις 180.000 ευρώ, β) για τον έγγαμο τις 220.000 ευρώ και γ) με προσαύξηση κατά 20.000 ευρώ ανά παιδί και μέχρι 3 παιδιά)

H απόφαση του Ειρηνοδικείου υποχρεώνει τον δανειολήπτη, προκειμένου να σώσει το σπίτι του να καταβάλλει κάθε μήνα προς τις Τράπεζες μηνιαία δόση το ανώτερο για είκοσι χρόνια, εκτός αν υπάρχουν συμβάσεις με μεγαλύτερη διάρκεια, τότε η υποχρέωση αυτή μπορεί να φτάσει τα 35 χρόνια. Στο διάστημα αυτό θα πρέπει να έχει καταβάλλει συνολικά το ποσό που θα ελάμβαναν οι Τράπεζες σε περίπτωση που έβγαζαν την κύρια κατοικία του δανειολήπτη στον πλειστηριασμό. 

Προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό που θα ελάμβαναν στον πλειστηριασμό οι Τράπεζες καθώς και η μηνιαία δόση που θα πρέπει να καταβάλλει ο δανειολήπτης λαμβάνονται συνδυαστικά υπόψη τέσσερις παράμετροι:

ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ

Υπολογίζεται αρχικά η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, δηλαδή τι μπορεί να καταβάλλει κάθε μήνα ως δόση προς τις Τράπεζες. Βάση του υπολογισμού αυτού θα αποτελούν το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα και οι δαπάνες διαβίωσης αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησής του.


ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ

Στη συνέχεια υπολογίζεται η μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, τι θα μπορεί να δίνει δηλαδή στο μέλλον ως μηνιαία δόση. Βάση του υπολογισμού αυτού θα αποτελεί το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, σε κατ’ αρχήν σταδιακή προσαύξηση ποσοστού 5% ανά πενταετία.

Το ανωτέρω ποσοστό της προσαύξησης ανά πενταετία μπορεί να είναι ανώτερο ή κατώτερο του 5%:

(α) στην περίπτωση που βασίζεται σε προσδοκία μελλοντικής αύξησης ή σε εκτίμηση μελλοντικής μείωσης του εισοδήματος του οφειλέτη από οποιαδήποτε αιτία, εφόσον αυτή τεκμηριώνεται επαρκώς,

(β) στην περίπτωση που βασίζεται σε οικειοθελή δέσμευση του οφειλέτη να μειώσει τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.

Θα λαμβάνονται επιπλέον ενδεικτικά υπόψη:

  • το τρέχον επίπεδο δαπανών σε σχέση με τις εύλογες δαπάνες,
  • η ηλικία του οφειλέτη,
  • ο αριθμός και ηλικία των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του,
  • τυχόν προβλήματα υγείας του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του,
  • οι συνθήκες της αγοράς ή του κλάδου δραστηριότητας του οφειλέτη ή του εργοδότη αυτού.ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ
    Κατά τον υπολογισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι τυχόν μεταβολές στο εισόδημα ή στις δαπάνες του αναμένεται να επισυμβούν και η περίοδος που εκτιμάται ότι αυτές θα διαρκέσουν.

Εάν το σχέδιο διευθέτησης οφειλών περιέχει σταδιακά αυξανόμενες δόσεις αποπληρωμής, η ικανότητα αποπληρωμής υπολογίζεται μέχρι το χρονικό σημείο της ολοσχερούς εξόφλησης της συνολικής οφειλής.

Για τους οφειλέτες του Δημοσίου που δεν μπορούν να υπαχθούν στις 120 δόσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού, παρέχονται σήμερα, δύο τρόποι ρύθμισης των οφειλών τους προς τη Φορολογική Διοίκηση μέσω της τμηματικής εξόφλησης αυτών από 12 έως και 24 μηνιαίες δόσεις.

Με τη πρώτη ρύθμιση η αίτηση για ρύθμιση μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά μέσω της σχετικής εφαρμογής του συστήματος TAXISNET της ιστοσελίδας της Α.Α.Δ.Ε. (www.aade.gr) με συνημμένη υπεύθυνη δήλωση με την οποία δίνονται οι απαιτούμενες πληροφορίες για την εισοδηματική και περιουσιακή του κατάσταση αιτούντος.

Με τη δεύτερη ρύθμιση ο οφειλέτης πρέπει να μεταβεί ο ίδιος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. προκειμένου να συμπληρώσει χειρόγραφα τη σχετική έντυπη αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για την εισοδηματική και περιουσιακή του κατάσταση.

Και στις δύο ανωτέρω ρυθμίσεις, η υπαγωγή μιας οφειλής στη ρύθμιση των 12 (ή έως 24) μηνιαίων δόσεων, γίνεται μόνο μία φορά.

Εξωδικαστική ρύθμιση δανείων – Σε κάθε στάδιο της επικοινωνίας μας με τη Τράπεζα, είτε το δάνειο αποπληρώνεται κανονικά, είτε αυτό είναι καταγγελμένο, ακόμα και αν έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, μπορεί να γίνει ελεύθερη διαπραγμάτευση και εκτός του πλαισίου του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών.

Χρήσιμο είναι να κρατάμε επικοινωνία με την Τράπεζα γιατί σήμερα προσφέρονται αρκετά καλές ρυθμίσεις, κυρίως στα καταναλωτικά δάνεια και όταν έχουμε αδυναμία πληρωμής είναι προς το συμφέρον μας να ενημερώνουμε εγγράφως την Τράπεζα για το πρόβλημά μας προκειμένου να αξιολογηθεί η δυνατότητα ρύθμισης.

Αυτό που εξετάζεται κυρίως είναι το οικογενειακό εισόδημα και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης και όταν υπάρχει ακίνητη περιουσία η εμπορική αξία των ακινήτων και κατά πόσον αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν (μίσθωση, πώληση).

Μια διαπραγμάτευση έχει τρωτά σημεία και για τις δύο πλευρές. Στις περιπτώσεις που η Τράπεζα δεν θέλει να προχωρήσει σε εκποίηση του ακινήτου θα επιλέξει να ρυθμίσει το δάνειο με ευνοϊκούς όρους για τον δανειολήπτη. Αν όμως το ακίνητο έχει εμπορική αξία και ο δανειολήπτης φαίνεται ότι δεν έχει τα εισοδήματα να αποπληρώσει ούτε την εμπορική αξία του ακινήτου τότε το καλύτερο σενάριο, αν τελικά δεν εκποιηθεί το ακίνητο, φαίνεται να είναι η ρύθμιση με μία περίοδο χάριτος όπου ο δανειολήπτης θα καταβάλλει μια χαμηλή μηνιαία δόση για κάποια χρόνια η οποία, με τη λήξη όμως της περιόδου αυτής η μηνιαία δόση θα αυξηθεί δραματικά.

Ο δανειολήπτης από την άλλη φοβάται μήπως χάσει το ακίνητό του αλλά στη πραγματικότητα κάθε ρύθμιση είναι σαν νέα αγορά του ακινήτου. Επομένως θα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει το ακίνητο και αν αξίζει να πληρώσει το ποσό που του ζητάει η Τράπεζα για τη διάσωσή του.  Επίσης θα πρέπει να λάβει υπόψην την ηλικία του και κατά πόσο οι κληρονόμοι του στο μέλλον θα θέλουν να αποδεχτούν ένα τέτοια δάνειο.

Αν δεν έχει ψυχραιμία και δεν διαχειριστεί το πρόβλημα με εμπορικούς όρους δεν θα μπορέσει να κάνει καλή ρύθμιση.

Αυτό που θα πρέπει να πληρώσει με τη ρύθμιση θα είναι σίγουρα κάτι κοντά στη εμπορική αξία των ακινήτων του, στη περίπτωση δε που υπάρχουν και εγγυητές τότε συνυπολογίζονται τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα και αυτών.

Σε κάποιες περιπτώσεις η οικειοθελής παράδοση του ακινήτου μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή.

Σε κάποιες περιπτώσεις η διαμεσολάβηση μπορεί να αποδώσει αλλά αυτό εξαρτάται από τις προθέσεις της Τράπεζας και το πώς θα κυλίσει η διαπραγμάτευση κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Τι πρέπει επομένως να προσέξει ο δανειολήπτης

Αν θέλει το ακίνητο

Αν το νέο δάνειο – ρύθμιση είναι κοντά στην εμπορική αξία του ακινήτου

Αν η μηνιαία δόση της ρύθμισης ανταποκρίνεται στη μισθωτική αξία του ακινήτου. Δηλαδή η δόση να είναι κοντά στο μίσθωμα ενός αντίστοιχου ακινήτου στην ίδια περιοχή.

Αν μπορεί να εκμισθώσει κάποιο ακίνητο για να αυξήσει το εισόδημά του.

Αν μπορεί να πουλήσει κάποιο ακίνητο για να απομειώσει την οφειλή του

Διανύουμε μια τελείως νέα εποχή για τους ιδιοκτήτες ακινήτων οι οποίοι προκειμένου να τα διατηρήσουν στην κυριότητά τους θα πρέπει με κάποιο τρόπο να τα εκμεταλλεύονται για να αποδίδουν κάποιο εισόδημα.

Όλες οι προτάσεις προς τη τράπεζα πρέπει να γίνονται γραπτώς

Ο δανειολήπτης πρέπει να καταβάλλει αυτό που μπορεί ακόμα και αν δεν έχει ρυθμίσει το δάνειο του γιατί αυτό θα αξιολογηθεί θετικά και από τη Τράπεζα αλλά και από ένα Δικαστήριο στο μ΄/μέλλον αν η υπόθεση τελικά οδηγηθεί στα δικαστήρια.

Ελέγχουμε όλες τις επιστολές, κρατάμε στοιχεία και ονόματα εισπρακτικών, ημερομηνίες και ώρες που μας καλούν

Όλα τα παραπάνω τα κάνουμε για να χτίσουμε μια αμυντική γραμμή και για να βοηθήσουμε το δικηγόρο μας ως προς τους λόγους ανακοπής που μπορεί να προβάλει.

Αν κοινοποιηθεί έγγραφο με δικαστικό επιμελητή επικοινωνούμε με το δικηγόρο μας άμεσα γιατί τρέχουν προθεσμίες.

Αν τελικά το δάνειο δεν ρυθμιστεί, η αλληλογραφία είναι ο μόνος τρόπος οι δανειολήπτες να αποδείξουν σε ένα ενδεχόμενο δικαστήριο στο μέλλον ότι η Τράπεζα ενήργησε ενδεχομένως καταχρηστικά προκειμένου να αμυνθούν και να ανακόψουν την αναγκαστική εκτέλεση που θα ακολουθήσει στη πορεία.

 

Εξωδικαστική ρύθμιση δανείων ή νόμος Κατσέλη;

Ένα άλλο μεγάλο δίλλημα που αντιμετωπίζουν οι δανειολήπτες είναι κατά πόσο συμφέρει η εξωδικαστική ρύθμιση των δανείων σε σχέση με το νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010).

Πότε πρέπει να αξιολογηθεί η δυνατότητα εξωδικαστικής ρύθμισης και η παραίτηση από το νόμο Κατσέλη:

  • Όταν τίθεται θέμα δολιότητας του δανειολήπτη δηλαδή έχουμε:

μεγάλο ύψος δανεισμού

μεγάλο αριθμό δανείων

χαμηλά εισοδήματα κατά τη στιγμή ανάληψης των δανείων

μεταβίβαση ακινήτων εντός της τελευταίας τριετίας από τη κατάθεση της αίτησης

  • Όταν δεν υπάρχει μείωση του εισοδήματος σε σχέση με το παρελθόν
  • Όταν η αξία της κατοικίας (εμπορική ή αντικειμενική) είναι μεγαλύτερη από τις οφειλές

Όταν υπάρχει δεύτερο ακίνητο σημαντικής εμπορικής αξίας

Αίτηση για υπαγωγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών των επιχειρήσεων (ν. 4469/2017) μπορούν να υποβάλουν μόνο όσοι έχουν την πτωχευτική ικανότητα, δηλαδή πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα και δεν μπορούν να αποπληρώσουν τις οφειλές τους. Θεωρητικά λοιπόν ένας μικρέμπορος, όπως αναλύθηκε ο ορισμός του μικρεμπόρου (βλέπε «μικρέμπορος») δεν μπορεί να υποβάλει την αίτηση για υπαγωγή. Επειδή όμως κάποιος μπορεί να βρίσκεται στο όριο μεταξύ του να χαρακτηριστεί έμπορος ή μικρέμπορος θα μπορούσε να δοκιμάσει να αιτηθεί μέσω της πλατφόρμας για υπαγωγή στον εξωδικαστικό, το δε αποτέλεσμα εξαρτάται από το πώς τον αναγνωρίζει το «σύστημα» της πλατφόρμας σύμφωνα με τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

Στη περίπτωση δε που τελικά μπορεί να αιτηθεί, ακολουθούν οι παρακάτω πληροφορίες σχετικά με το νόμο και τις προϋποθέσεις υπαγωγής.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών (ν. 4469/2017) είναι μια εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης των οφειλών των επιχειρήσεων μέσω υποβολής αιτήσεως ηλεκτρονικά σε ιστοσελίδα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ).

Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις που έχουν οφειλές προς ιδιώτες, Τράπεζες, Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία να τις ρυθμίσουν συνολικά με γνώμονα την βιωσιμότητα της επιχείρησης και το συμφέρον των πιστωτών.  Με απλά λόγια, η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να αποπληρώσει το προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης και οι πιστωτές (Τράπεζες, Δημόσιο, ιδιώτες) να πάρουν μέσω της ρύθμισης τουλάχιστον το ποσό που θα έπαιρναν εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας της επιχείρησης.

Επομένως, μέσω της διαδικασίας οι πιστωτές πρέπει να πειστούν ότι το προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης είναι προς το συμφέρον όλων (επιχείρησης και πιστωτών).

Ποιοί εντάσσονται στο εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων.

Εντάσσονται α) φυσικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα (ατομικές επιχειρήσεις- έμποροι) και β) κάθε νομικό πρόσωπο (εταιρείες) το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα.

Προϋποθέσεις ένταξης.

Αίτηση μπορεί να υποβληθεί εφόσον η επιχείρηση:

1) Κατά την 31η Δεκεμβρίου 2017 είχε οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή

οφειλή που ρυθμίστηκε μετά την 1η Ιουλίου 2016 ή

είχε  ληξιπρόθεσμες οφειλές (βεβαιωμένες) προς την Φορολογική Διοίκηση ή

προς Φορέα Κοινωνικής ασφάλισης ή

προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (περιλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης) ή

είχε βεβαιωθεί η μη πληρωμή επιταγών εκδόσεως λόγω μη επαρκούς υπολοίπου ή

είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής ή

δικαστικές αποφάσεις για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

2) Οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές ξεπερνούν τις 20.000 ευρώ.

3) Όσοι τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα  πρέπει να έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες 3 χρήσεις πριν την υποβολή της αιτήσεως

Όσοι τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα  πρέπει να έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων ή θετική καθαρή θέση σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες 3 χρήσεις πριν την υποβολή της αίτησης.

Ποιες οφειλές ρυθμίζονται.

Ρυθμίζονται οφειλές προς Τράπεζες (ακόμα και αν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση), Ελληνικό Δημόσιο, Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και τρίτους που έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. Δεν ρυθμίζονται όμως οφειλές που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2017.

Περαιτέρω ρυθμίζονται οφειλές, οι οποίες προέρχονται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας είτε αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία (π.χ. στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια), εφόσον η ρύθμιση τους κρίνεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του οφειλέτη.

Μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις του νόμου δίνεται η δυνατότητα στους πιστωτές να εξαιρούν από την διαδικασία τις μη επιχειρηματικές οφειλές (π.χ. στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια) όταν δεν κρίνουν τη ρύθμισή τους ως απαραίτητη για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του οφειλέτη.

Επίσης πλέον δίνεται η δυνατότητα στο Δημόσιο και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης να προτείνουν λύσεις ρύθμισης των οφειλών τόσο προς οφειλέτες με οφειλές προς αυτούς με  ποσοστό τουλάχιστον 15%, όσο και προς οφειλέτες των οποίων η αίτηση απερρίφθη λόγω μη επίτευξης απαρτίας των πιστωτών.

Ποια είναι η διαδικασία

  • Υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη έως την 31-12-2019 ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού χρέους μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά. (Η αίτηση υποβάλλεται υποχρεωτικά και από τους συνοφειλέτες)
  • Εντός 2 εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης διορίζεται συντονιστής, ο οποίος μπορεί να αποποιηθεί εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται αμέσως άλλος.

Εάν λοιπόν ο συντονιστής δεν αποποιηθεί τον διορισμό του, η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού χρέους (ΕΓΔΙΧ) του κοινοποιεί σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο της αίτησης με τα συνοδευτικά έγγραφα.

  • Ο συντονιστής ειδοποιεί την ΕΓΔΙΧ για την ανάληψη των καθηκόντων του, ελέγχει την πληρότητα της αίτησης και των εγγράφων και αν ο φάκελος δεν είναι πλήρης καλεί τον οφειλέτη να καταθέσει εντός 5 εργασίμων ημερών τα έγγραφα που λείπουν.

Αν ο φάκελος δεν συμπληρωθεί εμπρόθεσμα η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας το οποίο αποστέλλεται ηλεκτρονικά στην ΕΓΔΙΧ και στον αιτούντα.

Εάν ο φάκελος είναι πλήρης ή συμπληρώθηκε εμπρόθεσμα τότε ο συντονιστής εκδίδει υπογεγραμμένη βεβαίωση προς την ΕΓΔΙΧ. Η ανωτέρω βεβαίωση πιστοποιείται ηλεκτρονικά από την ΕΓΔΙΧ και κοινοποιείται αυθημερόν στον οφειλέτη και τον συντονιστή.

  • Μόλις ο συντονιστής διαπιστώσει πως ο φάκελος είναι πλήρης κοινοποιεί μέσα σε δύο ημέρες απόσπασμα της αίτησης σε όλους τους πιστωτές που αναφέρονται σε αυτήν. Στο σημείο αυτό για χρονικό διάστημα 90 ημερών αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (μόνο όμως για αυτά που ζητείται η ρύθμισή τους), καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, στα οποία περιλαμβάνεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης.
  • Για να ξεκινήσει η διαδικασία της διαπραγμάτευσης απαιτείται να συμμετέχουν οι πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του 50% του συνόλου των απαιτήσεων ενώ για την έγκριση του σχεδίου απαιτείται πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5) των συμμετεχόντων πιστωτών, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ποσοστό δύο πέμπτων (2/5) των συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο.
  • Όταν η συμφωνία επιτευχθεί ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αίτηση για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η απόφαση του δικαστηρίου καταλαμβάνει το σύνολο των απαιτήσεων του οφειλέτη που ρυθμίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Προστασία της επιχείρησης – αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης

Προβλέπονται δύο αναστολές: μια με την έναρξη της διαδικασίας στα πλαίσια της εξωδικαστικής ρύθμισης και μία από την κατάθεση της αίτησης για επικύρωση στο Δικαστήριο.

Αναστολή κατά τη διαδικασία της εξωδικαστικής απόπειρας για ρύθμιση

Αναστέλλονται αυτοδικαίως για διάστημα 90 ημερών, με δυνατότητα παράτασης τεσσάρων (4) επιπλέον μηνών, τα καταδιωκτικά μέτρα κατά του οφειλέτη από την στιγμή που ο συντονιστής διαπιστώσει ότι ο φάκελος είναι πλήρης και αποστείλει πρόσκληση στους πιστωτές να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Συγκεκριμένα, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (μόνο όμως για αυτά που ζητείται η ρύθμισή τους), καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, στα οποία περιλαμβάνεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης. Κάθε πράξη εκτέλεσης μετά την παραπάνω κοινοποίηση είναι άκυρη.

Η παραπάνω αυτοδίκαιη αναστολή αίρεται αυτοδικαίως όταν η διαδικασία περαιωθεί ως άκαρπη (λόγω έλλειψης απαρτίας είτε για οποιονδήποτε λόγο) ή ληφθεί σχετική απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών.

Μπορεί όμως και πιστωτής με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη να ζητήσει την πρόωρη παύση της, εφόσον πιθανολογείται ότι η αναστολή εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα πιστωτή. Αν η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών τότε το δικαστήριο αίρει την αναστολή υποχρεωτικά.

Η παραπάνω παράταση των 4 μηνών συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη με αναγκαία προϋπόθεση την απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών.

Η παραπάνω αναστολή επάγεται την απαγόρευση διάθεσης ή επιβάρυνσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη ή και άλλων περιουσιακών του στοιχείων.

Αναστολή κατά την επικύρωση του σχεδίου αναδιάρθρωσης

Από την κατάθεση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και έως την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, κατά του οφειλέτη (για απαιτήσεις που ρυθμίζονται στη σύμβαση). Απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, εκτός εάν πρόκειται για εγγραφή προσημείωσης ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο που έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης ή για ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.

Σημείωση: Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή της κοινοποίησης της δικαστικής απόφασης της επικύρωσης, αναστέλλεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη και η ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ν. 1882/1990).

Τι ισχύει για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία.

Υποχρεωτικά η ρύθμιση δεν θα πρέπει να φέρει σε χειρότερη οικονομική θέση το Δημόσιο από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη. Δηλαδή το ποσό που θα πρέπει να λάβει μέσω της ρύθμισης να είναι αυτό που θα έπαιρνε εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Οι δόσεις της ρύθμισης δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120 και η ελάχιστη μηνιαία δόση να είναι μικρότερη των 50 ευρώ.

Για οφειλές έως 3.000 ευρώ η αποπληρωμή φτάνει το ανώτερο τους 36 μήνες με ελάχιστη δόση πενήντα ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού, ενώ για οφειλές από 3.001 ευρώ έως 20.000 ευρώ η αποπληρωμή φτάνει το ανώτερο τους 120 μήνες με δυνατότητα διαγραφής τόκων και προσαυξήσεων.

Η διαγραφή βασικής οφειλή παρακρατούμενων εισφορών εργαζομένων προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης απαγορεύεται.

Γίνεται διαγραφή ποσοστό 95% των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν υποβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό 85% των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Οι υφιστάμενες ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο σύμφωνα τους νόμους 4152/2013, 4174/2013, 4305/2014 και 4321/2015, εντάσσονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία έγκρισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται η τροποποίηση των ανωτέρω ρυθμίσεων στις περιπτώσεις και στο βαθμό που η εφαρμογή τους καθιστά αδύνατη, βάσει της συνολικής δυνατότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, την αναδιάρθρωση των οφειλών προς τους λοιπούς πιστωτές χωρίς αυτοί να περιέρχονται σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνοφειλετών και των βεβαρημένων υπέρ αυτών περιουσιακών στοιχείων τρίτων στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Βασικά σημεία της ρύθμισης

Υποχρεωτικά η ρύθμιση δεν θα πρέπει να φέρει σε χειρότερη οικονομική θέση τους πιστωτές από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη. Δηλαδή το ποσό που θα πρέπει να λάβουν οι πιστωτές μέσω της ρύθμισης να είναι αυτό που θα έπαιρναν εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Κάθε ρύθμιση ισχύει και υπέρ κάθε συνοφειλέτη που έχει συνυποβάλλει αίτηση και υπέρ κάθε εγγυητή.

Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και κάθε άλλου φορέα του δημοσίου τομέα υπέρ πιστωτικών ιδρυμάτων ακολουθούν τις απαιτήσεις όπως αυτές ρυθμίζονται με τη συμφωνία.

Διαγράφονται το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα και ποσοστό 95% των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν υποβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό 85% των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Γίνεται άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου.

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τον εξωδικαστικό μηχανισμό μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της ΕΓΔΙΧ http://www.keyd.gov.gr/

Οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης

Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση πρέπει να γίνει μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2019.

 

Ποιοι υπάγονται

Υπάγονται το σύνολο των νομικών και φυσικών προσώπων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη εμπορικής ιδιότητας, τη διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή την αλλαγή ιδιότητας, λόγω της οποίας δημιουργήθηκε η οφειλή.

Έτσι, στη ρύθμιση υπάγονται και οφειλές λόγω παλαιότερης άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, ακόμη και αν ο οφειλέτης προχώρησε σε διακοπή της δραστηριότητας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.  και σε διαγραφή από την ασφάλιση του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα.

Ποιες οφειλές ρυθμίζονται

Στη ρύθμιση υπάγεται το σύνολο των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) που δημιουργήθηκαν έως και 31/12/18.

Περαιτέρω, μπορούν να υπαχθούν προς ρύθμιση, κατόπιν επιλογής, και οι ρυθμισμένες οφειλές μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών των επιχειρήσεων (ν. 4469/2017).  Στη περίπτωση αυτή, οι οφειλές αυτές υπάγονται αυτοτελώς στη νέα ρύθμιση χωρίς να επηρεάζονται οι όροι της ρύθμισης ως προς τους άλλους πιστωτές (τράπεζες, ιδιώτες, Δ.Ο.Υ κλπ).

Αν εκκρεμεί η σχετική διαδικασία, η υπαγωγή στη νέα ρύθμιση είναι δυνατή με τροποποίηση μόνο των σχετικών στοιχείων της  οφειλής προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στην αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση του εξωδικαστικού μηχανισμού (ν. 4469/2017).

Τέλος, δεν ρυθμίζονται οφειλές που έχουν ρυθμιστεί με το νόμο Κατσέλη.

Ειδικότερα τι ισχύει για τους μη μισθωτούς ασφαλισμένους     

Πρόκειται για οφειλές ασφαλισμένων που δημιουργήθηκαν έως και  31/12/2018 προς τον πρώην ΟΑΕΕ, το πρώην ΕΤΑΑ και το πρώην ΕΤΑΠ – ΜΜΕ, για το σύνολο των κλάδων ασφάλισης στους οποίους αφορά η οφειλή (κύρια και επικουρική ασφάλιση, υγειονομική περίθαλψη και εφάπαξ), ενώ συμπεριλαμβάνεται και η εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ.

Δίνεται η δυνατότητα επανυπολογισμού της κύριας οφειλή που δημιουργήθηκε για το διάστημα από 1/1/2002 έως  και 31/12/2016, ανάλογα προς τον κλάδο ασφάλισης στον οποίο αφορά, σύμφωνα με ποσοστά υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών του ν. 4387/2016, με βάσει υπολογισμού το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, όπως ίσχυε κατά την 31-12-2018, ήτοι το ποσό των 586,08 ευρώ.

Η δυνατότητα αυτή παρέχεται μόνο κατόπιν επιλογής του οφειλέτη, ο οποίος διατηρεί το δικαίωμα να ρυθμίσει την υφιστάμενη οφειλή του, δίχως επανυπολογισμό.

Παρέχεται έκπτωση 85% σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη, τόκους ενώ η συνολική οφειλή που προκύπτει, βάσει του επανυπολογισμού, αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 50 ευρώ.

Τι ισχύει για οφειλές προς ΟΓΑ      

Το σύνολο των οφειλών που δημιουργήθηκαν έως και  31/12/2018 μπορούν να υπαχθούν στην  εν λόγω ρύθμιση.

Παρέχεται έκπτωση 100%  σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους ενώ η συνολική οφειλή που προκύπτει, αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 30 ευρώ.

Τι ισχύει για οφειλές εργοδοτών    

Το σύνολο των οφειλών των εργοδοτών από την απασχόληση εργαζομένων που δημιουργήθηκαν έως και  31/12/2018 μπορούν να υπαχθούν στην  εν λόγω ρύθμιση.

Πρόκειται για οφειλές λόγω μη καταβολής οφειλόμενων εισφορών τόσο από την απασχόληση εργαζομένων υπαγόμενων στην ασφάλιση του πρώην ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, τόσο και από την απασχόληση μισθωτών ιατρών, μηχανικών κλπ.

Στη περίπτωση εφάπαξ καταβολής της κύριας οφειλής παρέχεται έκπτωση 100%  σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους.

Σε περίπτωση τμηματικής καταβολής της κύριας οφειλής παρέχεται έκπτωση 50%  σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους.

Στη κύρια οφειλή δεν παρέχεται έκπτωση.

Η ρυθμιζόμενη οφειλή, αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 30 ευρώ.

Ποια είναι η διαδικασία

Δικαίωμα υποβολής της αίτησης παρέχεται μόνο μια φορά ανά οφειλέτη.

Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση πρέπει να γίνει μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2019.

Υποβάλλεται μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ενώ κατ’ εξαίρεση, όπου υπάρχει αδυναμία πιστοποίησης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, η αίτηση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΚΕΑΟ.

Για τους μη μισθωτούς και τους οφειλέτες του ΟΓΑ, η διαδικασία περιλαμβάνει δύο στάδια.

Στο πρώτο στάδιο ζητείται ο προσδιορισμός της οφειλής μέσω της πλατφόρμας του ΕΦΚΑ και ειδικά για τους μη μισθωτούς προβλέπεται και η δυνατότητα επανυπολογισμού της οφειλής.  Έτσι, στους οφειλέτες που επιλέγουν τον επανυπολογισμό της οφειλής, παρέχεται ενημέρωση για το ύψος της οφειλής, όπως διαμορφώνεται πριν και μετά τον επανυπολογισμό.

Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου υποβάλλεται αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΚΕΑΟ.

Για τις οφειλές εργοδοτών η αίτηση υποβάλλεται απευθείας μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΚΕΑΟ.

Θετικά ρύθμισης

  • Η ρύθμιση κληρονομείται. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει πριν την ολοκλήρωση της ρύθμισης, η ρύθμιση συνεχίζεται από τους κληρονόμους του.
  • Χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας διμηνιαίας χρήσης.
  • Αναστολή αναγκαστικών μέτρων και αναστολή της συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.
  • Αναστολή ποινικής δίωξης σε βάρος του οφειλέτη για το αδίκημα της μη καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών και αναστολή εκτέλεσης ποινών.

Πότε χάνεται η ρύθμιση

Η ρύθμιση χάνεται εάν δεν καταβληθούν δύο δόσεις ή αν δεν καταβληθούν βεβαιωμένες οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την 1.1.2019.

Οφειλές  προς τη Φορολογική Διοίκηση

Η αίτηση για την υπαγωγή πρέπει να γίνει μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2019

Ποιοι υπάγονται;

Υπάγονται φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα καθώς και νομικά πρόσωπα ή οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Ποιες οφειλές ρυθμίζονται;

Βεβαιωμένες οφειλές στις Δ.Ο.Υ., τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α` 170), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α` 90, Κ.Ε.Δ.Ε.), τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001, Α` 265) και τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα (Καν. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου), εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2018 και έχουν καταχωριστεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικών Κέντρων/ Τελωνείων μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση.

Με ποιο τρόπο ρυθμίζονται;

Ρυθμίζονται κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, με καταρχήν άπαξ απαλλαγή ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) από τους τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά την ημερομηνία της αίτησης για υπαγωγή, σε:

α) έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, για τα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και

β) σε έως και τριάντα έξι (36) δόσεις, για τα νομικά πρόσωπα ή οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα

Ειδικότερα τι ισχύει για τα φυσικά πρόσωπα

α. Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα με συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό) κατά το φορολογικό έτος 2017 μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης 30 ευρώ.

Για τους ως άνω οφειλέτες με εισόδημα άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό) του οφειλέτη κατά το φορολογικό έτος 2017 και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής, ως εξής: το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους 2017 πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στο επόμενο εδάφιο.

Για τμήμα εισοδήματος:

αα) από 10.000,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%),

ββ) από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%),

γγ) από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%),

δδ) από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%),

εε) από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ με συντελεστή δώδεκα τοις εκατό (12%),

στστ) από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),

ζζ) από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%),

ηη) πάνω από 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).

Ο ανωτέρω συντελεστής μειώνεται κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων του οφειλέτη, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 4172/2013, ως εξής:

αα) κατά μία (1) μονάδα για ένα (1) τέκνο,

ββ) κατά δύο (2) μονάδες για δύο (2) τέκνα,

γγ) κατά τρεις (3) μονάδες για τρία (3) τέκνα και άνω.

Το προκύπτον άθροισμα των γινομένων των τμημάτων του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το πλήθος των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2.

β. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος κατά το φορολογικό έτος 2017, χορηγείται το μέγιστο πλήθος δόσεων, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2. Στην αίτηση υπαγωγής αναγράφονται το έτος ή τα έτη εντός της ανωτέρω πενταετίας για τα οποία ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης.

γ. Εάν ο οφειλέτης επιλέξει πριν από την υπαγωγή της οφειλής του στη ρύθμιση να καταβάλει την οφειλή του σε μικρότερο πλήθος δόσεων από αυτό που προτείνεται από τη Φορολογική Διοίκηση, δικαιούται μείωσης των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε συνάρτηση με το ποσοστό απομείωσης του πλήθους δόσεων που επιλέγεται από τον φορολογούμενο, το οποίο υπολογίζεται στην πλησιέστερη ακέραιη μονάδα, ως εξής:

αα) για ποσοστό απομείωσης δόσεων είκοσι τοις εκατό (20%), χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

ββ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων τριάντα τοις εκατό (30%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

γγ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων σαράντα τοις εκατό (40%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

δδ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων πενήντα τοις εκατό (50%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

εε) για ποσοστό απομείωσης δόσεων εξήντα τοις εκατό (60%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

στστ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων εβδομήντα τοις εκατό (70%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

ζζ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων ογδόντα τοις εκατό (80%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

ηη) για ποσοστό απομείωσης δόσεων ενενήντα τοις εκατό (90%), χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 και

θθ) σε περίπτωση που ο οφειλέτης εξοφλήσει εφάπαξ την οφειλή του, χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας περίπτωσης.

δ. Ο αριθμός των δόσεων που προτείνεται από τη Φορολογική Διοίκηση, για τα πρόσωπα της περίπτωσης Α της παραγράφου 1, δεν μπορεί να είναι μικρότερος των δεκαοκτώ (18), με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 2. Για το ποσοστό απαλλαγής τόκων και προσαυξήσεων λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των δόσεων, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση γ`, πριν την εφαρμογή των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο.

Ειδικότερα τι ισχύει για τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα:

 Για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνολικό εισόδημα (φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο) κατά το φορολογικό έτος 2017 μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου

  1. Για τους ως άνω οφειλέτες με εισόδημα άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση το συνολικό εισόδημα, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, του νομικού προσώπου/οντότητας κατά το φορολογικό έτος 2017 και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής, ως εξής: το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους 2017 πολ- λαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στην υποπερίπτωση α` της περίπτωσης Α.

Το προκύπτον άθροισμα των γινομένων των τμημάτων του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το πλήθος των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τους περιορισμούς της υποπερίπτωσης δ` της περίπτωσης Α` της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 2. Εάν ο οφειλέτης επιλέξει να καταβάλει την οφειλή του σε μικρότερο πλήθος δόσεων από αυτό που καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην υποπερίπτωσης γ` της περίπτωσης Α` της παρούσας παραγράφου.

Αν οι ανωτέρω οφειλέτες έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, ως συνολικό εισόδημα για τον υπολογισμό του αριθμού των δόσεων λαμβάνεται υπόψη το συνολικό εισόδημα, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, του φορολογικού έτους διακοπής εργασιών.

Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017,

με την εξαίρεση των νομικών προσώπων που έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, για τα οποία ως τελευταίο έτος της πενταετίας, θεωρείται το φορολογικό έτος διακοπής εργασιών.

Ειδικότερα τι ισχύει για τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα:

Για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εικοσιτέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις και κατ` εξαίρεση σε έως και τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, εφόσον πρόκειται για οφειλές που βεβαιώνονται από έκτακτη αιτία ή φόρους που καταβάλλονται εφάπαξ, με ταυτόχρονη απαλλαγή από προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, σε συνάρτηση με το πλήθος των δόσεων που επιλέγονται, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης των 30 ευρώ.

Ειδικότερα:

α. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως και εικοσιτέσσερις (24) δόσεις

αα) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), εφόσον η οφειλή καταβάλλεται εφάπαξ,

ββ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δύο (2) έως και έξι (6) μηνιαίες δόσεις,

γγ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε επτά (7) έως και δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις,

δδ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκατρείς (13) έως και δεκαοκτώ (18) μηνιαίες δόσεις,

εε) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκαεννέα (19) έως και είκοσι δύο (22) μηνιαίες δόσεις.

β. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως και τριάντα έξι (36) δόσεις:

αα) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), εφόσον η οφειλή καταβάλλεται εφάπαξ,

ββ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δύο (2) έως και έξι (6) μηνιαίες δόσεις,

γγ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε επτά (7) έως και δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις,

δδ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκατρείς (13) έως και δεκαοκτώ (18) μηνιαίες δόσεις,

εε) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκαεννέα (19) έως και είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις,

στστ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε είκοσι πέντε (25) έως και τριάντα (30) μηνιαίες δόσεις.

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας περίπτωσης.

γ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές του ίδιου οφειλέτη που μπορούν να ρυθμίζονται, άλλες σε έως και είικοσι τέσσερις (24) και άλλες σε έως και τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, αυτές ρυθμίζονται διακριτά.

«δ. Κατ εξαίρεση, για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα με ακαθάριστα έσοδα κατά το φορολογικό έτος 2017 έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, χορηγείται αποκλειστικά δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. Β της παρούσας παραγράφου και υπό τους εκεί προβλεπόμενους όρους και προϋποθέσεις. Αν οι οφειλέτες του προηγούμενου εδαφίου έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, ως ακαθάριστα έσοδα για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους διακοπής εργασιών.».

δ. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017, με την εξαίρεση των νομικών προσώπων που έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, για τα οποία ως τελευταίο έτος της πενταετίας θεωρείται το φορολογικό έτος διακοπής εργασιών.

*** Η υποπερ.δ΄της περ.Γ` αναριθμήθηκε σε περ.ε΄και η νέα περίπτωση δ΄προστέθηκε

με το άρθρο πέμπτο παρ.1 εδάφ.α` της  από 27.6.2019 ΠΝΠ,ΦΕΚ Α 106/27.6.2019,

με το εδάφιο β΄της παρ.1  του αυτού άρθρου ορίζεται ότι: «β. Νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα με ακαθάριστα έσοδα κατά το φορολογικό έτος 2017 έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, που κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας πράξης έχουν ήδη υπαγάγει τις οφειλές τους σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως τριάντα έξι (36) δόσεις κατά τις διατάξεις της περίπτ. Γ της παρ. 1 του άρθρου 98 του ν. 4611/2019, μπορούν να ζητήσουν τη ρύθμιση των οφειλών τους σύμφωνα με την υποπερίπτ. δ της περιπτ. Γ της παρ. 1 του άρθρου 98 του ν. 4611/2019, όπως προστίθεται με την παρ. 1.α του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου».

Στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και τις 31.12.2018 οφειλών που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικών Κέντρων και Τελωνείων μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής από οποιαδήποτε αιτία ή άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής.

Επιβαρύνσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά την υπαγωγή σε ρύθμιση

  1. Βασικές οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής τους σε ρύθμιση επιβαρύνονται με τόκο που ανέρχεται σε πέντε εκατοστιαίες μονάδες (5%), ετησίως υπολογισμένο. Κατ` εξαίρεση, βασικές συνολικές οφειλές μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ ανά Υπηρεσία που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο και το συνολικό εισόδημά του δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
  2. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση που ανέρχεται σε δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%).

Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση προαιρετικά

Στη ρύθμιση δύνανται επίσης να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές της παραγράφου 1 του άρθρου 98, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης τελούν σε αναστολή πληρωμής από οποιαδήποτε αιτία ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α.2 της παραγράφου Α` του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α` 107), του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α` 170) ή ρύθμιση κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του πέμπτου άρθρου του ν. 2275/1994 (Α` 238), η οποία είναι σε ισχύ «, καθώς και οφειλές που βεβαιώνονται μέχρι την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής σε ρύθμιση και αφορούν σε υποχρεώσεις ετών, υποθέσεων και περιόδων μέχρι και 31.12.2018».

Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές που έχει ευθύνη καταβολής. Τα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα για οφειλές νομικών προσώπων υπάγονται για τις οφειλές αυτές στο πρόγραμμα ρύθμισης που δύναται να χορηγηθεί στα νομικά πρόσωπα.

 Πότε χάνεται η ρύθμιση

Η ρύθμιση χάνεται, εάν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ` όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή,

γ) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές του, καθ` όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος Μέρους, εντός διμήνου από τη λήξη προθεσμίας καταβολής τους ή εντός διμήνου από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία καταβολής τους έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή.

δ) υποπέσει σε φορολογικές παραβάσεις των περιπτώσεων ί, ιά, ιβ΄, ιέ ή ιστ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 58Α του ν. 4174/2013 καθ΄ υποτροπή. Ως υποτροπή νοείται η διαπίστωση με την έκδοση πράξης υποβολής προστίμου εκ νέου διάπραξης οποιασδήποτε παράβασης εκ των ως άνω αναφερομένων από την ένταξη του φορολογούμενου στη ρύθμιση και εφεξής.

Θετικά της ρύθμισης

Η υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:

α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013,

β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα και

γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

Δικαιώματα του Δημοσίου

Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε:

α) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ` αυτού στα πρόσωπα της προηγούμενης υποπερίπτωσης, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 4174/2013,

γ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι του ύψους των οφειλών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του K.EAE..

Ποιες οφειλές εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση:

α) Οφειλές που έχουν υπαχθεί σε νομοθετική ρύθμιση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του ν. 4321/2015 (Α` 32) ή του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (Α` 237), η οποία ρύθμιση απωλέσθη μετά την κατάθεση του παρόντος νόμου.

β) Οφειλές που έχουν υπαχθεί σε σύμβαση/ρύθμιση με τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4469/2017 (Α` 62) και η οποία ρύθμιση απωλέσθη μετά την κατάθεση του παρόντος νόμου.

γ) Οφειλέτες που κατά το χρόνο υπαγωγής έχουν καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.

δ) Οφειλές, οι οποίες δεν δύνανται να ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 4002/2011 (Α` 180) και αφορούν σε ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών ή που δεν δύνα-νται να ρυθμίζονται σύμφωνα με άλλες διατάξεις.

«Ο ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ αποτελεί πνευματικό δικαίωμα του δικηγόρου Δημήτρη Αναστασόπουλου και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή του ΟΔΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ χωρίς την γραπτή άδεια του δικηγόρου Δημήτρη Αναστασόπουλου και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών»


Απαλλακτική ρήτρα – Αποποίηση Ευθυνών

Οι πληροφορίες που διατίθενται στον ΟΔΙΚΟ ΧΑΡΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ αποτελούν μια προσφορά υπηρεσίας και δεν αντικαθιστούν την παροχή συμβουλών σε προσωπικό επίπεδο. Η περιήγηση, η πρόσβαση ή η χρήση της συγκεκριμένης ιστοσελίδας και των όποιων υπηρεσιών διατίθενται μέσω αυτής αποτελεί τεκμήριο ότι έχετε μελετήσει, κατανοήσει και αποδεχτεί όλους τους όρους χρήσης. Για το λόγο αυτό καλείστε να διαβάζετε εκ των προτέρων, προσεκτικά, το περιεχόμενό τους. Σε περίπτωση που δεν συμφωνείτε με τους όρους χρήσης της ιστοσελίδας, οφείλετε να μην κάνετε χρήση των υπηρεσιών και του περιεχομένου αυτής. Το περιεχόμενο του παρόντα Ιστότοπου είναι διαθέσιμο στο κοινό, μόνο για πληροφοριακούς σκοπούς και προσπαθούμε να το διατηρούμε ενημερωμένο. Παρά την επισταμένη προσπάθεια για προσεκτική παράθεση των διαθέσιμων πληροφοριών, δεν αναλαμβάνουμε καμία ευθύνη και δεν εγγυόμαστε για την ορθότητα, την πληρότητα και την επικαιρότητα των πληροφοριών που παρατίθενται στην ιστοσελίδα μας. Το Περιεχόμενο παρέχεται αποκλειστικά για πληροφοριακούς σκοπούς. Το Περιεχόμενο δεν σας παρέχει συμβουλές ή συστάσεις οποιουδήποτε είδους και δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο συμβουλών που παρέχονται από εξειδικευμένο επαγγελματία. Επίσης, κανένα σημείο του παρόντος ιστοτόπου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν βάση για οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργειά σας. Τυχόν αξιώσεις ευθύνης, κάθε είδους, έναντι του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου σχετικά με ζημιές υλικής ή ηθικής φύσεως που προκαλούνται από τη χρήση ή την μη χρήση των διατιθέμενων πληροφοριών, ή αντίστοιχα από τη χρήση ανακριβών ή ελλιπών πληροφοριών, εφόσον από πλευράς του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου δεν υπάρχει αποδεδειγμένα πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών δεν ευθύνεται για οποιουδήποτε είδους ζημιές που θα μπορούσαν να προκύψουν από την πρόσβαση ή τη χρήση αυτού του δικτυακού τόπου. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση δεν φέρουμε ευθύνη για τυχόν απαιτήσεις νομικής ή αστικής ή/και ποινικής φύσης ούτε για τυχόν ζημία (θετική, ειδική ή αποθετική η οποία ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, διαζευκτικά ή/και σωρευτικά συνίσταται σε απώλεια κερδών, δεδομένων, διαφυγόντα κέρδη, χρηματική ικανοποίηση κ.λ.π.) από χρήστες της ιστοσελίδας ή τρίτους από αιτία που έχει σχέση με τη λειτουργία ή χρήση του παρόντος διαδικτυακού τόπου.

Σε περίπτωση που τμήματα ή επιμέρους διατυπώσεις αυτού του κειμένου δεν είναι, ή δεν είναι πλέον, ή δεν είναι πλήρως ορθές νομικά σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τα λοιπά μέρη του κειμένου παραμένουν ανέπαφα όσον αφορά στο περιεχόμενο και στην εγκυρότητά τους. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών διατηρεί ρητώς το δικαίωμα να αλλάξει, να συμπληρώσει, να σβήσει ή να απενεργοποιήσει προσωρινά ή μόνιμα, τμήματα ή το σύνολο της ιστοσελίδας του, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση.

Η πρόσβαση και η χρήση αυτής της ιστοσελίδας υπόκειται αποκλειστικά στο δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας.