Ποιος θεωρείται έμπορος;

Έμπορος είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει ως σύνηθες επάγγελμα την άσκηση εμπορικών πράξεων με σκοπό το κέρδος.

Ενδεικτικά, εμπορικές πράξεις σύμφωνα με το νόμο είναι η αγορά προς μεταπώληση ή εκμίσθωση, η επιχείρηση χειροτεχνίας, η επιχείρηση παραγγελίας, η επιχείρηση προμήθειας, η επιχείρηση πρακτορείας, η μεταφορά, οι τραπεζικές εργασίες, οι μεσιτικές εργασίες, η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών στο κοινό με εξαίρεση τα ελευθέρια επαγγέλματα (για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την κατηγορία ελεύθερος επαγγελματίας), η επιχείρηση δημόσιων θεαμάτων, η επιχείρηση πλειστηριάσεως, η υπογραφή συναλλαγματικών, το θαλάσσιο κι εναέριο εμπόριο κ.ά.

Μεταγενέστερα, χαρακτηρίστηκαν ως εμπορικές πράξεις κι οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (άρθρο 15 παρ. 5 του Ν. 3632/1928), η ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή (άρθρο 59 του Ν. 5960/1933) κ.ά.

Τα κριτήρια της εμπορικότητας των πράξεων είναι πολλά και μόνο ο συνδυασμός τους μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα του κατά πόσο κάποιος έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα ή όχι.

Ενδεικτικά, κριτήρια εμπορικότητας θεωρούνται η ανάληψη ρίσκου, η τυχόν επένδυση κεφαλαίου σε εξοπλισμό, εμπορεύματα, πιστώσεις, η ύπαρξη προσωπικού, η πρόθεση επίτευξης κέρδους, η οργάνωση κι η υποδομή της επιχείρησης, το κέρδος κι ο τζίρος της επιχείρησης κ.λπ.

Περαιτέρω, την εμπορική ιδιότητα αποκτούν κι όσοι έχουν διορισθεί ή έχουν πάρει άδεια για να ασκήσουν επάγγελμα το οποίο χαρακτηρίζεται από το νόμο ως εμπορικό. (π.χ. χρηματιστές, παραγγελιοδόχοι, μεταφορείς, προμηθευτές, πράκτορες, ασκούντες τραπεζικές εργασίες κ.λπ.).

Οι μικρέμποροι παρόλο που διενεργούν εμπορικές πράξεις δεν αποκτούν την εμπορική ιδιότητα γιατί στη πραγματικότητα ασκούν τις πράξεις αυτές περισσότερο ως αμοιβή του σωματικού τους κόπου και όχι ως αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών.  Δηλαδή τα πρόσωπα αυτά ασκούν δραστηριότητα με προσωπική εργασία, χωρίς προσωπικό και χωρίς να έχουν διαθέσει χρήματα για την αγορά εξοπλισμού, το ρίσκο δηλαδή που έχουν αναλάβει δεν είναι υψηλό. Στη πραγματικότητα θα μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει ως αυτοαπασχολούμενους εργάτες.

Κριτήρια για την διαπίστωση εάν κάποιος είναι μικρέμπορος ή όχι είναι ενδεικτικά, το κέρδος που αποκομίζει, ο τζίρος της δραστηριότητας, ο εξοπλισμός και η υποδομή, η ύπαρξη προσωπικού ή μη κλπ. (για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την κατηγορία μικρέμπορος)

Τέλος, την εμπορική ιδιότητα αποκτά κι ο ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, από μόνη τη συμμετοχή του σε αυτές, ανεξαρτήτως δηλαδή αν μετέρχεται ή όχι και ατομικά εμπορικές πράξεις κατά σύνηθες επάγγελμα.

Ως προς τα νομικά πρόσωπα, την εμπορική ιδιότητα έχουν: α) η ομόρρυθμη εταιρεία, β) η ετερόρρυθμη εταιρεία, γ) η ετερόρρυθμη εταιρεία κατά μετοχές, δ) η ανώνυμη εταιρεία, ε) η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στ) ο συνεταιρισμός, ζ) η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, η) η ναυτική εταιρεία, θ) η ναυτιλιακή εταιρεία πλοίων αναψυχής, ι) η ευρωπαϊκή εταιρεία, ια) ο ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού, καθώς και ιβ) η δημοσιευμένη κοινοπραξία που επιδιώκει οικονομικό σκοπό.

Περαιτέρω, την εμπορική ιδιότητα αποκτούν και εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, οι οποίες όμως επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, όπως η αφανής εταιρεία, η συμπλοιοκτησία, ή η κοινοπραξία που επιδιώκει εμπορικό σκοπό, ακόμη κι αν δεν έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ.

Τι επιλογές ρύθμισης έχουν οι έμποροι

Προκειμένου να ρυθμίσει λοιπόν ένας έμπορος ή μια εμπορική εταιρεία τις υποχρεώσεις του/της μπορεί να αξιολογήσει τις κάτωθι επιλογές:

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών (ν. 4469/2017) είναι μια εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης των οφειλών των επιχειρήσεων μέσω υποβολής αιτήσεως ηλεκτρονικά σε ιστοσελίδα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ).

Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις που έχουν οφειλές προς ιδιώτες, Τράπεζες, Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία να τις ρυθμίσουν συνολικά με γνώμονα την βιωσιμότητα της επιχείρησης και το συμφέρον των πιστωτών.  Με απλά λόγια, η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να αποπληρώσει το προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης και οι πιστωτές (Τράπεζες, Δημόσιο, ιδιώτες) να λάβουν μέσω της ρύθμισης τουλάχιστον το ποσό που θα έπαιρναν εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας της επιχείρησης.

Επομένως, μέσω της διαδικασίας οι πιστωτές πρέπει να πειστούν ότι το προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης είναι προς το συμφέρον όλων (επιχείρησης και πιστωτών).

Ποιοί εντάσσονται στο εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων.

Εντάσσονται α) φυσικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα (ατομικές επιχειρήσεις- έμποροι) και β) κάθε νομικό πρόσωπο (εταιρείες) το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα.

Προϋποθέσεις ένταξης.

Αίτηση μπορεί να υποβληθεί εφόσον η επιχείρηση:

1) Κατά την 31η Δεκεμβρίου 2017 είχε οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή

οφειλή που ρυθμίστηκε μετά την 1η Ιουλίου 2016 ή

είχε  ληξιπρόθεσμες οφειλές (βεβαιωμένες) προς την Φορολογική Διοίκηση ή

προς Φορέα Κοινωνικής ασφάλισης ή

προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (περιλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης) ή

είχε βεβαιωθεί η μη πληρωμή επιταγών εκδόσεως λόγω μη επαρκούς υπολοίπου ή

είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής ή

δικαστικές αποφάσεις για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

2) Οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές ξεπερνούν τις 20.000 ευρώ.

3) Όσοι τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα  πρέπει να έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες 3 χρήσεις πριν την υποβολή της αιτήσεως

Όσοι τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα  πρέπει να έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων ή θετική καθαρή θέση σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες 3 χρήσεις πριν την υποβολή της αίτησης.

Ποιες οφειλές ρυθμίζονται.

Ρυθμίζονται οφειλές προς Τράπεζες (ακόμα και αν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση), Ελληνικό Δημόσιο, Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και τρίτους που έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. Δεν ρυθμίζονται όμως οφειλές που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2017.

Περαιτέρω ρυθμίζονται οφειλές, οι οποίες προέρχονται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας είτε αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία (π.χ. στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια), εφόσον η ρύθμιση τους κρίνεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του οφειλέτη.

Μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις του νόμου δίνεται η δυνατότητα στους πιστωτές να εξαιρούν από την διαδικασία τις μη επιχειρηματικές οφειλές (π.χ. στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια) όταν δεν κρίνουν τη ρύθμισή τους ως απαραίτητη για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του οφειλέτη.

Επίσης πλέον δίνεται η δυνατότητα στο Δημόσιο και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης να προτείνουν λύσεις ρύθμισης των οφειλών τόσο προς οφειλέτες με οφειλές προς αυτούς με  ποσοστό τουλάχιστον 15%, όσο και προς οφειλέτες των οποίων η αίτηση απερρίφθη λόγω μη επίτευξης απαρτίας των πιστωτών.

Ποια είναι η διαδικασία

  • Υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη έως την 31-12-2019 ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού χρέους μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά. (Η αίτηση υποβάλλεται υποχρεωτικά και από τους συνοφειλέτες)
  • Εντός 2 εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης διορίζεται συντονιστής, ο οποίος μπορεί να αποποιηθεί εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται αμέσως άλλος.

Εάν λοιπόν ο συντονιστής δεν αποποιηθεί τον διορισμό του, η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού χρέους (ΕΓΔΙΧ) του κοινοποιεί σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο της αίτησης με τα συνοδευτικά έγγραφα.

  • Ο συντονιστής ειδοποιεί την ΕΓΔΙΧ για την ανάληψη των καθηκόντων του, ελέγχει την πληρότητα της αίτησης και των εγγράφων και αν ο φάκελος δεν είναι πλήρης καλεί τον οφειλέτη να καταθέσει εντός 5 εργασίμων ημερών τα έγγραφα που λείπουν.

Αν ο φάκελος δεν συμπληρωθεί εμπρόθεσμα η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας το οποίο αποστέλλεται ηλεκτρονικά στην ΕΓΔΙΧ και στον αιτούντα.

Εάν ο φάκελος είναι πλήρης ή συμπληρώθηκε εμπρόθεσμα τότε ο συντονιστής εκδίδει υπογεγραμμένη βεβαίωση προς την ΕΓΔΙΧ. Η ανωτέρω βεβαίωση πιστοποιείται ηλεκτρονικά από την ΕΓΔΙΧ και κοινοποιείται αυθημερόν στον οφειλέτη και τον συντονιστή.

  • Μόλις ο συντονιστής διαπιστώσει πως ο φάκελος είναι πλήρης κοινοποιεί μέσα σε δύο ημέρες απόσπασμα της αίτησης σε όλους τους πιστωτές που αναφέρονται σε αυτήν. Στο σημείο αυτό για χρονικό διάστημα 90 ημερών αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (μόνο όμως για αυτά που ζητείται η ρύθμισή τους), καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, στα οποία περιλαμβάνεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης.
  • Για να ξεκινήσει η διαδικασία της διαπραγμάτευσης απαιτείται να συμμετέχουν οι πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του 50% του συνόλου των απαιτήσεων ενώ για την έγκριση του σχεδίου απαιτείται πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5) των συμμετεχόντων πιστωτών, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ποσοστό δύο πέμπτων (2/5) των συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο.
  • Όταν η συμφωνία επιτευχθεί ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αίτηση για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η απόφαση του δικαστηρίου καταλαμβάνει το σύνολο των απαιτήσεων του οφειλέτη που ρυθμίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Προστασία της επιχείρησης – αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης

Προβλέπονται δύο αναστολές: μια με την έναρξη της διαδικασίας στα πλαίσια της εξωδικαστικής ρύθμισης και μία από την κατάθεση της αίτησης για επικύρωση στο Δικαστήριο.

Αναστολή κατά τη διαδικασία της εξωδικαστικής απόπειρας για ρύθμιση

Αναστέλλονται αυτοδικαίως για διάστημα 90 ημερών, με δυνατότητα παράτασης τεσσάρων (4) επιπλέον μηνών, τα καταδιωκτικά μέτρα κατά του οφειλέτη από την στιγμή που ο συντονιστής διαπιστώσει ότι ο φάκελος είναι πλήρης και αποστείλει πρόσκληση στους πιστωτές να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Συγκεκριμένα, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (μόνο όμως για αυτά που ζητείται η ρύθμισή τους), καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, στα οποία περιλαμβάνεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης. Κάθε πράξη εκτέλεσης μετά την παραπάνω κοινοποίηση είναι άκυρη.

Η παραπάνω αυτοδίκαιη αναστολή αίρεται αυτοδικαίως όταν η διαδικασία περαιωθεί ως άκαρπη (λόγω έλλειψης απαρτίας είτε για οποιονδήποτε λόγο) ή ληφθεί σχετική απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών.

Μπορεί όμως και πιστωτής με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη να ζητήσει την πρόωρη παύση της, εφόσον πιθανολογείται ότι η αναστολή εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα πιστωτή. Αν η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών τότε το δικαστήριο αίρει την αναστολή υποχρεωτικά.

Η παραπάνω παράταση των 4 μηνών συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη με αναγκαία προϋπόθεση την απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών.

Η παραπάνω αναστολή επάγεται την απαγόρευση διάθεσης ή επιβάρυνσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη ή και άλλων περιουσιακών του στοιχείων.

Αναστολή κατά την επικύρωση του σχεδίου αναδιάρθρωσης

Από την κατάθεση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και έως την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, κατά του οφειλέτη (για απαιτήσεις που ρυθμίζονται στη σύμβαση). Απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, εκτός εάν πρόκειται για εγγραφή προσημείωσης ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο που έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης ή για ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.

Σημείωση: Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή της κοινοποίησης της δικαστικής απόφασης της επικύρωσης, αναστέλλεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη και η ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ν. 1882/1990).

Τι ισχύει για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία.

Υποχρεωτικά η ρύθμιση δεν θα πρέπει να φέρει σε χειρότερη οικονομική θέση το Δημόσιο από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη. Δηλαδή το ποσό που θα πρέπει να λάβει μέσω της ρύθμισης να είναι αυτό που θα έπαιρνε εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Οι δόσεις της ρύθμισης δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120 και η ελάχιστη μηνιαία δόση να είναι μικρότερη των 50 ευρώ.

Για οφειλές έως 3.000 ευρώ η αποπληρωμή φτάνει το ανώτερο τους 36 μήνες με ελάχιστη δόση πενήντα ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού, ενώ για οφειλές από 3.001 ευρώ έως 20.000 ευρώ η αποπληρωμή φτάνει το ανώτερο τους 120 μήνες με δυνατότητα διαγραφής τόκων και προσαυξήσεων.

Η διαγραφή βασικής οφειλή παρακρατούμενων εισφορών εργαζομένων προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης απαγορεύεται.

Γίνεται διαγραφή ποσοστό 95% των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν υποβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό 85% των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Οι υφιστάμενες ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο σύμφωνα τους νόμους 4152/2013, 4174/2013, 4305/2014 και 4321/2015, εντάσσονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία έγκρισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται η τροποποίηση των ανωτέρω ρυθμίσεων στις περιπτώσεις και στο βαθμό που η εφαρμογή τους καθιστά αδύνατη, βάσει της συνολικής δυνατότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, την αναδιάρθρωση των οφειλών προς τους λοιπούς πιστωτές χωρίς αυτοί να περιέρχονται σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνοφειλετών και των βεβαρημένων υπέρ αυτών περιουσιακών στοιχείων τρίτων στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Βασικά σημεία της ρύθμισης

Υποχρεωτικά η ρύθμιση δεν θα πρέπει να φέρει σε χειρότερη οικονομική θέση τους πιστωτές από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη. Δηλαδή το ποσό που θα πρέπει να λάβουν οι πιστωτές μέσω της ρύθμισης να είναι αυτό που θα έπαιρναν εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Κάθε ρύθμιση ισχύει και υπέρ κάθε συνοφειλέτη που έχει συνυποβάλλει αίτηση και υπέρ κάθε εγγυητή.

Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και κάθε άλλου φορέα του δημοσίου τομέα υπέρ πιστωτικών ιδρυμάτων ακολουθούν τις απαιτήσεις όπως αυτές ρυθμίζονται με τη συμφωνία.

Διαγράφονται το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα και ποσοστό 95% των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν υποβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό 85% των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Γίνεται άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου.

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τον εξωδικαστικό μηχανισμό μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της ΕΓΔΙΧ http://www.keyd.gov.gr/

Η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης έχει ως σκοπό τη διάσωση της επιχείρησης μέσω της κατάρτισης ειδικής συμφωνίας με τους πιστωτές της χωρίς όμως να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση τους. Ο νόμος αναφέρεται στους πιστωτές που δεν θα συμμετάσχουν ή δεν θα συναινέσουν στη συμφωνία εξυγίανσης οι οποίοι δεν θα πρέπει να βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης.

Αντίθετα, οι συμβληθέντες πιστωτές μπορούν να συμφωνήσουν ελεύθερα το περιεχόμενο της συμφωνίας.

Ποιοί εντάσσονται στη διαδικασία εξυγίανσης του αρ. 99 του ΠτΚ

Εντάσσονται φυσικά ή νομικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα, τα οποία έχουν το κέντρο των κύριων συμφερόντων τους στην Ελλάδα.

Προϋποθέσεις ένταξης.

Αίτηση μπορεί να υποβληθεί εφόσον η επιχείρηση:

α) βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της κατά τρόπο γενικό,

β) όταν υφίσταται απλώς πιθανότητα αφερεγγυότητάς της κατά την κρίση του Δικαστηρίου.

Τα στοιχεία που εξετάζονται από το πτωχευτικό Δικαστήριο, είναι τα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης, η περιουσιακή κατάσταση αυτής, η επιχειρηματική δραστηριότητα και το οικονομικό περιβάλλον της επιχείρησης.

Ποια είναι η διαδικασία.

Η διαδικασία που ακολουθείται περιλαμβάνει 3 στάδια:

α) την εξωδικαστική κατάρτιση της συμφωνίας εξυγίανσης,

β) την υποβολή αίτησης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο για την επικύρωση της συμφωνίας και

γ) την επικύρωση της συμφωνίας.

 

 

Ειδικότερα:

α) εξωδικαστική κατάρτιση της συμφωνίας εξυγίανσης

Με επιμέλεια της επιχείρησης συντάσσεται το επιχειρηματικό σχέδιο αναδιάρθρωσης της επιχείρησης (business plan) το οποίο και θα αποτελέσει τη βάση των άτυπων διαπραγματεύσεων μεταξύ επιχείρησης και πιστωτών. Στο σχέδιο περιέχονται τα εξυγιαντικά μέτρα και οι όροι της συμφωνίας.

 

Απαιτούμενη πλειοψηφία πιστωτών

Προκειμένου να επικυρωθεί η συμφωνία εξυγίανσης από το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει συναφθεί από την επιχείρηση και από τους πιστωτές της που εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων, έστω και μη ληξιπρόθεσμων, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ή με προσημείωση υποθήκης  εξασφαλισμένων απαιτήσεων.

Συμμετοχή Δημοσίου και δημοσίων φορέων

Το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι δημόσιες επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα καθώς κι οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, δύνανται να συναινούν με τους ίδιους όρους στη διαδικασία σύναψης της συμφωνίας εξυγίανσης όπως και οι ιδιώτες πιστωτές ακόμη και αν παραιτούνται από προνόμια και εξασφαλίσεις ενοχικής ή εμπράγματης φύσεως.

Περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης

Η συμφωνία εξυγίανσης μπορεί να έχει ως αντικείμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης κι ιδίως:

α) τη μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων της,

β) την κεφαλαιοποίηση των υποχρεώσεών της,

γ) τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των πιστωτών,

δ) τη μείωση των απαιτήσεων έναντι της επιχείρησης,

ε) την εκποίηση επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης,

στ) την ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης σε τρίτο,

ζ) τη μεταβίβαση μέρους ή του συνόλου της επιχείρησης,

η) την αναστολή των διώξεων των πιστωτών,

θ) το διορισμό προσώπου που θα επιβλέπει την εκτέλεση των όρων της συμφωνίας και

ι) την καταβολή συμπληρωματικών ποσών προς εξόφληση απαιτήσεων σε περίπτωση βελτίωσης της οικονομικής θέσης της επιχείρησης.

Η ισχύς της συμφωνίας εξυγίανσης τελεί υπό την προϋπόθεση της επικύρωσής της από το πτωχευτικό Δικαστήριο, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η μη τήρηση της συμφωνίας εξυγίανσης από την οφειλέτρια επιχείρηση δύναται να τίθεται ως διαλυτική αίρεση της συμφωνίας εξυγίανσης ή ως λόγος καταγγελίας της.

β) Υποβολή αίτησης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο για την επικύρωση της συμφωνίας

Σε περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία, η αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας υποβάλλεται από τον οφειλέτη ή τους συμβαλλόμενους πιστωτές στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του επιχείρησης.

Στην αίτηση αυτή πρέπει να περιγράφονται:

α) η επιχείρηση (αντικείμενο δραστηριότητας, μέγεθος επιχείρησης, αριθμός προσωπικού, προοπτικές αγοράς),

β) η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης (υποχρεώσεις προς πάσης φύσεως πιστωτές, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, αποτελέσματα χρήσεων),

γ) τα αίτια της οικονομικής αδυναμίας ή της πιθανότητας αφερεγγυότητας,

δ) τα μέτρα που συμφωνήθηκαν για την αντιμετώπιση της κατάστασης,

ε) τεκμηρίωση συνδρομής ουσιαστικών προϋποθέσεων καθώς και προϋποθέσεων επικύρωσης, και

στ) το αίτημα επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης.

Επίσης, υποχρεωτικά συνυποβάλλονται με ποινή απαραδέκτου: α) η υπογεγραμμένη συμφωνία εξυγίανσης, β) οι οικονομικές καταστάσεις για την τελευταία διαθέσιμη χρήση, γ) βεβαίωση οικονομικής υπηρεσίας για χρέη προς το Δημόσιο και β) έκθεση εμπειρογνώμονα.

Προστασία της επιχείρησης – αναστολή μέτρων ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης

Από την κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης προς επικύρωση και μέχρι την έκδοση απόφασης από το πτωχευτικό Δικαστήριο, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της λήψης ασφαλιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της συντηρητικής κατάσχεσης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, με ανώτατο όριο διάρκειας τους τέσσερις (4) μήνες από την κατάθεση της αίτησης.

Μετά τη πάροδο της περιόδου των τεσσάρων (4) μηνών προβλέπεται η δυνατότητα λήψης και άλλων προληπτικών μέτρων, είτε διαρκούσης της αυτοδίκαιης αναστολής, είτε μετά τη λήξη της και μέχρι την έκδοση απόφασης επικύρωσης. Τα παραπάνω προληπτικά μέτρα μπορεί να επεκτείνονται και υπέρ εγγυητών ή λοιπών συνοφειλετών.

γ) Έκδοση απόφασης περί επικύρωσης ή μη της συμφωνίας εξυγίανσης.

Το πτωχευτικό Δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης, εφόσον:

α) αυτή έχει συναφθεί με το 60% του συνόλου των πιστωτών (συμπεριλαμβανομένου του 40% των εξασφαλισμένων),

β) πιθανολογείται ότι η επιχείρηση θα καταστεί βιώσιμη μετά την επικύρωση της συμφωνίας,

γ) δεν παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών,

δ) η συμφωνία εξυγίανσης δεν είναι αποτέλεσμα δόλου ή άλλης αθέμιτης πράξης, ούτε παραβιάζει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου,

ε) δε θίγεται η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των πιστωτών. Αποκλίσεις από αυτήν επιτρέπονται για σπουδαίο επιχειρηματικό ή κοινωνικό λόγο. Ενδεικτικά, δύνανται να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης απαιτήσεις πελατών της επιχείρησης που η μη ικανοποίησή τους βλάπτει τη φήμη της επιχείρησης, εργατικές απαιτήσεις κλπ.

Αν με την επικύρωση της συμφωνίας δεν αίρεται η παύση πληρωμών  που τυχόν υφίσταται, το πτωχευτικό δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης και, αν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, κηρύσσει την πτώχευση της επιχείρησης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ

Με την επικύρωση της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι ή δεν ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας εξυγίανσης.

Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία αποτελεί τίτλο εκτελεστό και τα αποτελέσματά της επεκτείνονται σε εγγυητές και συνοφειλέτες, εκτός κι εάν δε συναινεί ο πιστωτής.

Περαιτέρω, με την επικύρωση της συμφωνίας:

α) αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα έκδοσης επιταγών που είχε επιβληθεί στην επιχείρηση,

β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών και τα ασφαλιστικά ταμεία εφόσον οι παραπάνω πράξεις έχουν τελεσθεί πριν την υποβολή της αίτησης, για όσο χρονικό διάστημα προβλέπεται να διαρκέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της επιχείρησης που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εξόφλησής τους,

γ) εξαλείφεται το αξιόποινο των παραπάνω πράξεων σε περίπτωση πλήρους κι εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της επιχείρησης,

δ) χορηγείται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα.

Με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών θεσπίστηκαν οι γενικές αρχές συμπεριφοράς μεταξύ δανειολήπτη και Τράπεζας, προκειμένου να διακανονίζονται δάνεια που βρίσκονται σε καθυστέρηση αλλά δεν έχουν καταγγελθεί.

Κάθε ίδρυμα σύμφωνα με τον Κώδικα υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους του ν. 4224/2013.

Βασική υποχρέωση αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του Κώδικα, πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης.

Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των 60 ημερολογιακών ημερών.

Ποια είναι η διαδικασία;  

Εφαρμόζονται τα ακόλουθα πέντε στάδια:

Στάδιο 1: Επικοινωνία με τον δανειολήπτη

Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη

Στάδιο 3: Αξιολόγηση οικονομικών δεδομένων

Στάδιο 4: Πρόταση κατάλληλης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης

Στάδιο 5: Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων

Αυτά τα πέντε στάδια αφορούν τον λεγόμενο συνεργάσιμο δανειολήπτη, δηλαδή αυτόν ο οποίος πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας προβαίνει σε ορισμό συγγενικού ή φιλικού προσώπου, ως αντικλήτου επικοινωνίας για κάθε περίπτωση που ο ίδιος δεν είναι διαθέσιμος,

β) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, με κάθε πρόσφορο τρόπο, εντός 15 εργάσιμων ημερών,

γ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της

δ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του (π.χ. πλήρωση προϋποθέσεων λήψης επιδόματος, εμφάνιση νέων περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στην κυριότητα του [κληρονομιά κ.λπ.], απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοινώσεις απόλυσης, καταγγελίες μισθώσεων, εξαγορά ασφαλιστικών προϊόντων, κέρδη οποιασδήποτε μορφής κ.λπ.) και

ε) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης,

Ποιοι είναι βασικοί τύποι ρύθμισης που προβλέπονται;

Προβλέπονται 3 βασικοί τύποι ρύθμισης :

 

Τύποι βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων

Η διάρκεια τους είναι μικρότερη των 5 ετών και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Καταβολή μόνο των τόκων.
  • Μειωμένες δόσεις για ορισμένη περίοδο.
  • Περίοδο χάριτος .
  • Μεταφορά πληρωμής δόσεων για το μέλλον.
  • Τακτοποίηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.

Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων

Η διάρκεια τους είναι μεγαλύτερη των 5 ετών και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Μόνιμη μείωση επιτοκίου ή του συμβατικού περιθωρίου.
  • Αλλαγή Τύπου επιτοκίου, από κυμαινόμενο σε σταθερό ή το αντίστροφο
  • Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου.
  • Διαχωρισμός του δανείου σε δύο τμήματα (πχ ένα ενυπόθηκο δάνειο το οποίο θα συνεχίσει θα πληρώνεται κανονικά το μισό  και το υπόλοιπο να μεταφέρεται για το μέλλον, με ρευστοποίηση περιουσιακού στοιχείου ή άλλου είδους διευθέτηση).
  • Μερική διαγραφή χρεών.
  • Πρόσθετη εξασφάλιση για να επιτευχθεί ευνοϊκότερη ρύθμιση.
  • Λειτουργική αναδιάρθρωση της επιχείρησης με αλλαγή της διοίκησης όταν οι πιστωτές θεωρούν βιώσιμη την επιχείρηση.
  • Συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο όπου η Τράπεζα καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης.

Τύποι οριστικής διευθέτησης

Ο σκοπός είναι η οριστική τακτοποίηση της οφειλής και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Εθελοντική παράδοση Ενυπόθηκου ακινήτου (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου).
  • Μετατροπή σε Χρηματοδοτική Μίσθωση (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου υπογράφοντας σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, με δυνατότητα μίσθωσης και χρήσης για ορισμένη χρονική περίοδο).
  • Πώληση και ενοικίαση (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου με δυνατότητα μίσθωσης για ελάχιστη περίοδο τριών ετών).
  • Μεταβίβαση του δανείου σε άλλο ίδρυμα.
  • Ανταλλαγή με στεγαστικό δάνειο μικρότερης αξίας για αγορά κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης μικρότερης αξίας.

Για κάθε κατηγορία δανειολήπτη και εγγυητή, αξιολογούνται ενδεικτικά, στοιχεία όπως η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητα του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών.

Αν, ειδικότερα, ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής αποτελεί επιχείρηση, επιπροσθέτως αξιολογούνται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της επιχείρησης, στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο ή σχέδιο.

Το ίδρυμα, καθ’ όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με το δανειολήπτη προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητα του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση. Επιπροσθέτως, το ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση).

Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως «κατάλληλη λύση» θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΤτΕ έχει θέσει με την ΠΕΕ 42/30.5.2014 στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για το σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης.

Ο Κώδικας αναφέρει ότι το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να ολοκληρώνει τα πέντε παραπάνω στάδια του κώδικα πριν προβεί σε καταγγελία της οικείας τραπεζικής σύμβασης και να εκκινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.

Συμπερασματικά, η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών προβλέπει έναν υποχρεωτικό τρόπο εξωδικαστικής απόπειρας ρύθμισης των τραπεζικών δανείων προκειμένου οι τράπεζες να μην προχωρούν καταχρηστικά στη καταγγελία τους και να δίνεται στον δανειολήπτη μια ευκαιρία ρύθμισης των δανείων του με οριοθετημένη διαδικασία και κάποιες γενικές αρχές που οφείλουν να τηρούν οι τράπεζες αλλά και ο ίδιος ο δανειολήπτης.

Επομένως είναι προς το συμφέρον των δανειοληπτών, αν λάβουν την εν λόγω επιστολή από τη Τράπεζα να ανταποκριθούν εντός της τασσόμενης προθεσμίας και να τηρούν οι ίδιοι αρχείο με όλα τα σχετικά έγγραφα και τις επιστολές που θα ανταλλάξουν με τη Τράπεζα.

Αν τελικά το δάνειο δεν ρυθμιστεί, ο μόνος τρόπος να αποδείξουν σε ένα μελλοντικό δικαστήριο ότι η Τράπεζα δεν ακολούθησε τη διαδικασία σωστά ή ότι καταχρηστικά κατήγγειλε το δάνειό τους προκειμένου να αμυνθούν και να ανακόψουν τα μέτρα εκτέλεσης που θα ακολουθήσει η Τράπεζα, είναι να προσκομίσουν, εκτός άλλων, και τα παραπάνω έγγραφα.

Εξωδικαστική ρύθμιση δανείων – Σε κάθε στάδιο της επικοινωνίας μας με τη Τράπεζα, είτε το δάνειο αποπληρώνεται κανονικά, είτε αυτό είναι καταγγελμένο, ακόμα και αν έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, μπορεί να γίνει ελεύθερη διαπραγμάτευση και εκτός του πλαισίου του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών.

Χρήσιμο είναι να κρατάμε επικοινωνία με την Τράπεζα γιατί σήμερα προσφέρονται αρκετά καλές ρυθμίσεις, κυρίως στα καταναλωτικά δάνεια και όταν έχουμε αδυναμία πληρωμής είναι προς το συμφέρον μας να ενημερώνουμε εγγράφως την Τράπεζα για το πρόβλημά μας προκειμένου να αξιολογηθεί η δυνατότητα ρύθμισης.

Αυτό που εξετάζεται κυρίως είναι το οικογενειακό εισόδημα και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης και όταν υπάρχει ακίνητη περιουσία η εμπορική αξία των ακινήτων και κατά πόσον αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν (μίσθωση, πώληση).

Αν τελικά το δάνειο δεν ρυθμιστεί, είναι ο μόνος τρόπος οι δανειολήπτες να αποδείξουν με έγγραφα σε ένα ενδεχόμενο δικαστήριο στο μέλλον ότι η Τράπεζα ενήργησε ενδεχομένως καταχρηστικά προκειμένου να αμυνθούν και να ανακόψουν την αναγκαστική εκτέλεση που θα ακολουθήσει στη πορεία.

Σκοπός του πτωχευτικού κώδικα είναι η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρησής του (βλέπε «Προπτωχευτική διαδικασία Εξυγίανσης  αρ. 99 ΠτΚ).

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι ο σκοπός της πτώχευσης είναι η συλλογική αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη προκειμένου να ικανοποιηθούν οι πιστωτές του. Σε αντίθεση με το νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010) δεν υπάρχει δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη εμπόρου και αυτός είναι ένας βασικός λόγος που πολλοί έμποροι επιχειρούν να υπαχθούν στο ν. 3869/2010.

Σε αρκετές περιπτώσεις που οι οφειλές της επιχείρησης δεν μπορούν να ρυθμιστούν ο οφειλέτης οφείλει αλλά είναι και προς το συμφέρον του, εφόσον δεν έχει άλλη επιλογή, να ακολουθήσει τη διαδικασία της πτώχευσης.

Ποιος μπορεί να πτωχεύσει

Σύμφωνα με άρθρο 2 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό.

Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο.

Το ποιος θεωρείται έμπορος αναλύθηκε παραπάνω.  Οι ενώσεις προσώπων που έχουν την πτωχευτική ικανότητα ενδεικτικά είναι η αστική εταιρεία με οικονομικό σκοπό και νομική προσωπικότητα (ΑΚ 784), η κοινοπραξία με οικονομικό σκοπό και νομική προσωπικότητα κλπ.

Η παύση της εμπορίας ή της οικονομικής δραστηριότητας ή ο θάνατος δεν κωλύουν την πτώχευση, εφόσον επήλθαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του (βλέπε κατηγορία «πρώην έμπορος»). Στη περίπτωση όμως θανάτου του οφειλέτη, η αίτηση για κήρυξή του σε πτώχευση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός έτους από το θάνατό του.

Κηρύσσεται όμως εφόσον με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου πιθανολογείται ότι η περιουσία του οφειλέτη επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.

Αρμόδιο Δικαστήριο και διαδικασία

Αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του. Για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας.

Με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή δικαστή και σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης της περιουσίας του, την οποία ασκεί μόνος σύνδικος, έχει δε την υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μαζί του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση.

Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης των ενέγγυων πιστωτών επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, τα οποία συνδέονται λειτουργικά ή άμεσα με την επιχειρηματική δραστηριότητά του ή με παραγωγική μονάδα ή εκμετάλλευση του οφειλέτη, αναστέλλονται για χρονικό διάστημα  όχι μεγαλύτερο των 10 μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης. Η αναστολή αυτή δεν επεκτείνεται στα υπέγγυα αντικείμενα που ανήκουν σε εγγυητές ή στον οφειλέτη, αλλά δεν συνδέονται λειτουργικά και άμεσα με την επιχειρηματική του δραστηριότητα, παραγωγική μονάδα ή εκμετάλλευσή του.

Η πτώχευση περατώνεται με την επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης (άρθρο 125 παράγραφος 2), με την εκποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της, καθώς και με την παύση των εργασιών της λόγω έλλειψης ενεργητικού, λόγω της παρέλευσης 10 ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών και σε κάθε περίπτωση μετά τη παρέλευση δεκαπέντε ετών από τη κήρυξη της πτώχευσης ή λόγω εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών κατά κεφάλαιο και τόκους μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης.

Τι ισχύει για τους ομόρρυθμους εταίρους

Επί πτώχευσης ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εταιρειών, με την ίδια απόφαση με την οποία κηρύσσεται σε πτώχευση η εταιρεία , κηρύσσονται σε πτώχευση και τα ομόρρυθμα μέλη της. Η πτώχευση δε αστικής εταιρείας με νομική προσωπικότητα ή άλλης ένωσης προσώπων με νομική προσωπικότητα, δεν επιφέρει και τη συμπτώχευση των μελών της.

Οι ομόρρυθμοι εταίροι ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας  μπορούν να πτωχεύσουν ατομικώς ή να συμπτωχεύσουν με την εταιρεία, ο μέτοχος Α.Ε. και ο εταίρος Ε.Π.Ε., εφόσον έχει το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων αντίστοιχα ή παρέχει προσωπικές εγγυήσεις υπέρ της Α.Ε.

Η απαλλαγή του οφειλέτη φυσικού προσώπου.

Το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της πτώχευσης, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφαίνεται ότι ο οφειλέτης είναι συγγνωστός, αν αυτός επιδεικνύει καλή πίστη τόσο κατά τη κήρυξη της πτώχευσης όσο και κατά τη διάρκειά της, είναι συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης και η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειές του.

Αν ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει μετά τη παρέλευση δύο ετών από την κήρυξη της πτώχευσης αίτηση  στο πτωχευτικό δικαστήριο και εφόσον τον κρίνει συγγνωστό σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερθέντα, τον απαλλάσσει πλήρως από το υπόλοιπο των απαιτήσεών των πιστωτών που δεν ικανοποιείται από την πτωχευτική περιουσία.

«Ο ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ αποτελεί πνευματικό δικαίωμα του δικηγόρου Δημήτρη Αναστασόπουλου και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή του ΟΔΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ χωρίς την γραπτή άδεια του δικηγόρου Δημήτρη Αναστασόπουλου και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών»


Απαλλακτική ρήτρα – Αποποίηση Ευθυνών

Οι πληροφορίες που διατίθενται στον ΟΔΙΚΟ ΧΑΡΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ αποτελούν μια προσφορά υπηρεσίας και δεν αντικαθιστούν την παροχή συμβουλών σε προσωπικό επίπεδο. Η περιήγηση, η πρόσβαση ή η χρήση της συγκεκριμένης ιστοσελίδας και των όποιων υπηρεσιών διατίθενται μέσω αυτής αποτελεί τεκμήριο ότι έχετε μελετήσει, κατανοήσει και αποδεχτεί όλους τους όρους χρήσης. Για το λόγο αυτό καλείστε να διαβάζετε εκ των προτέρων, προσεκτικά, το περιεχόμενό τους. Σε περίπτωση που δεν συμφωνείτε με τους όρους χρήσης της ιστοσελίδας, οφείλετε να μην κάνετε χρήση των υπηρεσιών και του περιεχομένου αυτής. Το περιεχόμενο του παρόντα Ιστότοπου είναι διαθέσιμο στο κοινό, μόνο για πληροφοριακούς σκοπούς και προσπαθούμε να το διατηρούμε ενημερωμένο. Παρά την επισταμένη προσπάθεια για προσεκτική παράθεση των διαθέσιμων πληροφοριών, δεν αναλαμβάνουμε καμία ευθύνη και δεν εγγυόμαστε για την ορθότητα, την πληρότητα και την επικαιρότητα των πληροφοριών που παρατίθενται στην ιστοσελίδα μας. Το Περιεχόμενο παρέχεται αποκλειστικά για πληροφοριακούς σκοπούς. Το Περιεχόμενο δεν σας παρέχει συμβουλές ή συστάσεις οποιουδήποτε είδους και δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο συμβουλών που παρέχονται από εξειδικευμένο επαγγελματία. Επίσης, κανένα σημείο του παρόντος ιστοτόπου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν βάση για οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργειά σας. Τυχόν αξιώσεις ευθύνης, κάθε είδους, έναντι του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου σχετικά με ζημιές υλικής ή ηθικής φύσεως που προκαλούνται από τη χρήση ή την μη χρήση των διατιθέμενων πληροφοριών, ή αντίστοιχα από τη χρήση ανακριβών ή ελλιπών πληροφοριών, εφόσον από πλευράς του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου δεν υπάρχει αποδεδειγμένα πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών δεν ευθύνεται για οποιουδήποτε είδους ζημιές που θα μπορούσαν να προκύψουν από την πρόσβαση ή τη χρήση αυτού του δικτυακού τόπου. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση δεν φέρουμε ευθύνη για τυχόν απαιτήσεις νομικής ή αστικής ή/και ποινικής φύσης ούτε για τυχόν ζημία (θετική, ειδική ή αποθετική η οποία ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, διαζευκτικά ή/και σωρευτικά συνίσταται σε απώλεια κερδών, δεδομένων, διαφυγόντα κέρδη, χρηματική ικανοποίηση κ.λ.π.) από χρήστες της ιστοσελίδας ή τρίτους από αιτία που έχει σχέση με τη λειτουργία ή χρήση του παρόντος διαδικτυακού τόπου.

Σε περίπτωση που τμήματα ή επιμέρους διατυπώσεις αυτού του κειμένου δεν είναι, ή δεν είναι πλέον, ή δεν είναι πλήρως ορθές νομικά σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τα λοιπά μέρη του κειμένου παραμένουν ανέπαφα όσον αφορά στο περιεχόμενο και στην εγκυρότητά τους. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών διατηρεί ρητώς το δικαίωμα να αλλάξει, να συμπληρώσει, να σβήσει ή να απενεργοποιήσει προσωρινά ή μόνιμα, τμήματα ή το σύνολο της ιστοσελίδας του, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση.

Η πρόσβαση και η χρήση αυτής της ιστοσελίδας υπόκειται αποκλειστικά στο δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας.